Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ







Το βιβλίο της Εβδομάδας…

Είμαι βέβαιος πως αν ο Θοδωρής Μπασιάκος αποφάσιζε να εγκαταλείψει τούτη την άνοστη εποχή μας, κι αν αποτολμούσε μέσω μιας συμπαντικής σκουληκότρυπας να μεταφερθεί κάπου στον ελληνιστικό κόσμο, τότε σίγουρα τα ποιήματά του θα τα διαβάζαμε εμείς τώρα ανθολογούμενα στην “Παλατινή Ανθολογία”, και μάλιστα δίπλα δίπλα, παρέα με μια κανάτα κρασί ως την αυγή, με τα ποιήματα του εξαίρετου Παλλαδά. Αν κάτι χαρακτηρίζει ειδικότερα τον λόγο του Μπασιάκου, πέρα από ό,τι μπορούμε να βρούμε και αλλού, δεν είναι μόνο η περιπαικτική και σκωπτική του διάθεση, παρά, και κυρίως, η λεπταίσθητη και τρυφερή βοημική ματιά του για ό,τι τον (και μας) περιβάλλει. Κι ενώ στα χρόνια που διανύουμε όλοι μας αποφεύγουμε, σχεδόν φοβούμαστε ως περιοχή «ποιητικού θανάτου», τις αυτοεκδόσεις (διότι όντως έχει υπερχειλίσει η αυτοέκδοση από εντελώς αδύναμες προσπάθειες γραφής) και προστρέχουμε στην (εντέλει και πάλι αμφίβολη) θαλπωρή των εμπορικών εκδόσεων, ο Θεόδωρος Μπασιάκος (είμαι βέβαιος, σίγουρος για τον εαυτό του και άρα ανόθευτος ταπεινών ελατηρίων) αποτολμά να εκδίδει τα πολύ καλά ποιήματά του μόνος του και να τους δίνει την (γεμάτη ρώμη και υγεία) χαρά να μοιράζονται από χέρι σε χέρι. Απλώς αναζητήστε τα!

Αντώνης Ψάλτης

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό

*

…και βιβλίο της Χρονιάς!

Πάνε δέκα χρόνια από το 2006, που ξεκινήσαμε αυτό το παιγνίδι με τα 4+1 καλύτερα της χρονιάς. Από τη στήλη με όλα τα αρχεία των αναρτήσεών μας σε χρονολογική σειρά ανά έτος, οι αναγνώστες μας μπορούν να εξετάσουν και να κρίνουν ποικιλοτρόπως τις επιλογές μας και τις αστοχίες μας έτσι όπως τις έχουμε παραδώσει στην πάροδο του χρόνου. Από το «ανεξάρτητο παρατηρητήριο του ποιείν» λοιπόν, το 2015 οφείλουμε να παραδεχτούμε πως ήταν πλούσιο σε ποιητικά βιβλία, όχι μόνον αριθμητικώς πολλά τα βιβλία (ποιητικές συλλογές, τόμοι συγκεντρωτικοί ποιημάτων και μεταφράσεων, ανθολογίες), αλλά και ποιοτικώς, πολλά και καλά βιβλία δηλαδή, από πεθαμένους έως και έφηβους. Για τη χρονιά που μας πέρασε οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε την επαρκή αντιπροσώπευση όλων των ηλικιών και των τριών (συνταγματικώς πλέον) φύλων. Από τα δεκάδες καλογραμμένα ποιητικά βιβλία του 2015 (είναι γενική διαπίστωση πως στην Ελλάδα γράφουμε καλή ποίηση και οι ποιητές μας γνωρίζουν καλά την ελληνική γλώσσα), ξεχωρίσαμε τα πέντε με ένα και μοναδικό κριτήριο: το ποιητικό στοίχημα. Τι στοίχημα βάζει ο ποιητής με την τέχνη του και τον ίδιο ως ποιητικό υποκείμενο και ήρωα των στίχων του.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος ή Γκαγκάν, καλλιτέχνης συγγραφέας, έλκει την καταγωγή του από τον Βιγιόν και τον Γιεσένιν, μας παραδίδει το πρώτο τεύχος των Απάντων του σε ένα πολυγραφημένο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε από χέρι σε χέρι μεταξύ φίλων, αυστηρώς εκτός εμπορίου:

ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ

Πάει να πει:
Ποιητής!
(Για θαρρείς πως μπρίκια κολλάμε
νυχτιάτικα, η ώρα 3 και μισή;)

(Ακολουθούν οι αναφορές στις ποιητικές συλλογές των εκλεκτών συναδέλφων και φίλων Γιώργη Δάγλα, Γιάννη Ζελιαναίου, Πέτρου Γκολίτση και της Ξένιας Παπαδοπούλου).

Ολόκληρο το άρθρο, που υπογράφει ο Σωτήρης Παστάκας,











Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

La Cucaracha




Έχει τίτλο πιασάρικο τ’ αποψινό πόνημά μου. Οφείλω ωστόσο να προειδοποιήσω: Σκληρό κι’ αηδιαστικό μπορεί περιεχόμενο
Όσοι δεν αντέχετε μη προχωράτε καλύτερα.






Πάντα, τέτοιο καιρό οι κατσαρίδες είναι θέμα συζήτησης, θέμα φλέγον της επικαιρότητος, ιδίως μεταξύ των γυναικών κι’ ιδίως όσων ζουν στις πόλεις κι’ οι διακοπές αργούν.
Την Κυριακή ψηφίζουμε. Ποιες εκλογές!
Κατσαρίδες!
Οι άνθρωποι τουλάχιστον στην Ελλάδα μα και σ’ όλον τον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο δεν τα πάνε καλά με τις κατσαρίδες.
Εντάξει, ας μην φανώ σνομπ. Ούτε κι’ εγώ. Μολονότι θεωρώ πως οι καϋμένες αδίκως βρίσκονται στο στόχαστρο του πολιτισμένου ανθρώπου. Μια πλάνη θεωρητική θρέφει το μίσος μας προς αυτές.
Πλάσματα του καλού Θεού είναι κι’ οι κατσαρίδες. Να τις μισήσω; Δεν τις μισώ.
Όχι!
Άμα ιδώ καμμιά πεσμένη ανάσκελα, την γυρνάω όρθια πριν της ξηγηθώ σόλα παντόφλα. Αδύναμους δεν χτυπώ, εκ πεποιθήσεως αν όχι εκ φύσεως.
Ούτε κι’ αυτά τα καταραμένα αεροξόλ μ’ αρέσουν. Νοιώθω κάπως σαν μπάτσος άμα τα χρησιμοποιώ, συνήθως κατόπιν εντολής κάποιας γυναίκας.
Για πάρτη μου, είπαμε, καταλάβατε, προτιμώ ν’ αναμετρηθούμε σαν άντρες.
Απ’ την άλλη, πόσο αντρίκεια ξηγιούνται κι’ οι κατσαρίδες;
Πολλάκις, και ζητώ συγνώμη για την μη πολιτικώς ορθή έκφραση, πολύ πούστικα ξηγιούνται οι κατσαρίδες.


Βίντεο: Παλιά διαφήμιση - "Καταραμένο Αροξόλ!"




Υποθέτω το γνωρίζετε αυτό που λέγεται για τις κατσαρίδες, πως μπορούν να επιβιώσουν απ’ την ατομική βόμβα ακόμα και την πυρηνική καταστροφή! Σκληρά καρύδια!
Αυτό εμένα μ’ αρέσει, διότι δείχνει πως η φύση είναι δυνατότερη απ’ τις παρανοϊκές τεχνολογίες του ανθρώπου. Ο πολιτισμός μας μια χαρά μπορεί ν’ αφανίσει τον πολιτισμό μας και πολλές ακόμα μορφές ζωής· αλλά κάποια όντα ταπεινά και σιχαμένα ίσως – όχι ίσως, σίγουρα! – θα επιζήσουν και θα εξελιχθούν σε νέες ίσως ανώτερες μορφές ζωής και νοημοσύνης.

Για να επανέλθω.
Δεν τις αντιπαθώ τις κατσαρίδες. Τις αγαπώ, όπως και τα πάντα σ’ αυτόνε τον ωραίο πλανήτη...
Ξέρω ότι οι κατσαρίδες τρώγονται κιόλας κι’ ότι είναι νοστιμότατες. Θα μπορούσα να παραθέσω εδώ συνταγές – γκουρμέ, τις οποίες έχουν μάλιστα υιοθετήσει στις μητροπόλεις διάφοροι νεόπλουτοι απ’ τους αγρίους του Αμαζόνιου, του Μεξικού και δεν θυμάμαι πούθε αλλούθε.
Δεν θα είχα αντίρρηση να δοκιμάσω, αλλά όχι στα κυριλέ μπουφέ τους, να λείπει το βύσσινο.
Εγώ εμπιστεύομαι τα ορίτζιναλ.


Βίντεο: Άλλη παλιά διαφήμιση - "Μια κατσαριδούλα η μικρή Τερέζα επάτησε το Τέζα και τέζα!"




Κλείνω:
Το ότι οι κατσαρίδες είναι πανίσχυρες, δεν σημαίνει ότι είναι και αήττητες. Μη μασάτε κυρίες μου, και κύριοι, συντρόφισσες και σύντροφοι...
Μπορεί οι κατσαρίδες – όπως σημειώσαμε ήδη – να επιζούν μιας πυρηνικής καταστροφής, μα κιοτεύουν και παίρνουν τον πούλο κι’ όπου φύγει-φύγει σα βρεθούν κοντά στο μαγιοβότανο που λέμε, γνωστότερο ίσως ως νεπέτα η ποώδης.
Λουλουδικό πρώτης! Ισχυρότερο κι’ από τις βόμβες των ανθρώπων!







Σημείωση: Η νεπέτα αρέσει και στις γατούλες με τις ροζ μυτούλες, διότι άμα το τρώνε «φτιάχνονται» – γίνονται σαν τον Γάτο Τσεσάϊρ ο οποίος δεν είναι γάτα ακριβώς αλλά χαμόγελο γάτας!
(Βλ. π.χ. ΕΔΩ)














Το σκίτσο απάνω-απάνω είναι βεβαίως του Ηλία Πολίτη.




Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Δύο ποιήματα








ΑΜΑ ΖΟΥΣΑΜΕ ΑΙΩΝΙΑ…

[ Με τον τρόπο διάφορων ποιητών: από Μπρεχτ και Τζαρά ίσαμε Αραμπατζή κ.ά. ]


Άμα ζούσαμε αιώνια
θάχε πλάκα ο βιοπορισμός, το κυνήγι του χρήματος κι’ όλ’ αυτά.
Αλλά – φευ! – ζούμε λίγο, γι’ αυτό ο βιοπορισμός κ.τ.λ. δεν έχουν πλάκα καθόλου.
Άνθρωπε! Μη χάνεις τον καιρό σου… Τεμπέλιαζε όσο μπορείς
στο καφενείο με τον κόσμο,
στ’ αστέρια με το αμόρε,
στο μοναχικό καμαράκι σου κυττάζοντας το ταβάνι
ακούγοντας ραδιόφωνο είτε γράφοντας
ποιήματα.
Όποιος τεμπελιάζει βρίσκει πράγματα, όλα τα βρίσκει!
( εκτός από λεφτά, εννοείται, αλλά ποιος τα γαμεί τα λεφτά; )


Σχολιάζει η Θέκλα: Επιμένουμε «στις πλούσιες από θηράματα αργίες μας».
– Έτσι Θέκλα, και με μάγια θρεφόμεθα νέα ωσάν τον κόσμο!
                                                                        Ο νοών νοείτω, εννοείται, φυσικά.









ΠΟΚΟ ΑΡΤΙΣΤΑ ΠΟΚΟ ΤΟΥΡΙΣΤΑ...

1.
Τα υπάρχοντά μου:
βιβλία κυρίως
και χαρτιά, πολλά χαρτιά, ποιήματα και τέτοια.
Κατά τ’ άλλα:
κάτι τζάντζαλα, χωράν όλα σ’ ένα σακκίδιο ταξιδιωτικό.

(Κατάλαβες δηλ. Τζουζέπε: σκρίβι πουτάνα!)


(*) Σημ.: Τον τελευταίο στίχο τον έχω διαγράψει στο χειρόγραφο, ως ευκόλως εννοούμενο μα λέω να τον κρατήσω, διότι αναγνωρίζουμε και το δικαίωμα των ηλίθιων μπάτσων και συναφών επαγγελμάτων, π.χ. φιλολόγων, κριτικών της ποιήσεως κλπ. στο αυτονόητό τους – και ουχί μόνον το δικό μας.
Στο βαθμό βεβαίως που τα αυτονόητα δεν βλάπτουν κανέναν ή έστω ωφελούν ως γελοία...


2.
ΕΜΕΙΣ

Χειμώνα - καλοκαίρι
στην πόλη
είτε στις εξοχές
στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό
και στα γράμματα ακόμα
εμείς – τουρίστες!

Άνευ ευθυνών
Άνευ ορίων άνευ όρων
Και εκ των ων ουκ άνευ σας.




                                        





(*) Το σκίτσο είναι βεβαίως του Gerhard Seyfried.
Η φωτογραφία στη μέση είναι από μια εκδήλωσή μας στο ΕΑΤ-ΕΣΑ για τα 100 χρόνια του Οκτώβρη 17. Βλέπω τον Σταύρο τον Καπλανίδη και τον Μήτσο τον Πουλικάκο. Αυτός που δεν φαίνεται θα είναι ή ο Τέος ή ο Περικλής. 





Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

SUPERGIRL



(Ένα ποίημα του Τούλι Κούπφεμπεργκ, στο περίπου)






Το σούπερ κοριτσάκι μου
μιλάει σαν κοτσύφι
γελάει σαν λεμονανθός
κλαίει σαν κεχριμπάρι
Το σούπερ κοριτσάκι μου
κατηφορίζει σαν το ρυάκι
μοσχοβολάει σαν σκορδαλιά
χορεύει σαν σύννεφο
φουμάρει σαν ουράνιο τόξο
Το σούπερ κοριτσάκι μου
μαγειρεύει σαν την κόλαση
ή σαν εκτόξευση σοβιετικού πυραύλου
λοξοκυττάει σαν άγγελος
Το σούπερ κοριτσάκι μου
βρίζει σαν νταλίκα
προσεύχεται σαν αεράκι
παίζει χαρτιά σαν ποιητής
τραγουδάει σαν τρελλοκομείο
κάνει έρωτα σαν ζούγκλα…

Το σούπερ κοριτσάκι μου
(όλα υπέροχα τα κάνει!)

Το σούπερ κοριτσάκι μου
μ’ αγαπάει σαν μαϊμού
ή σαν δείλι
ή σαν μαγγανοπήγαδο
ή σαν καθρέφτης…

Το σούπερ κοριτσάκι μου
με κυττάζει σαν την κυττάζω σαν με κυττάζει
και το ξέρουμε κι’ οι δυο: τί είναι αυτό που το λένε αγάπη…

– Τί είναι αυτό; –
Ε, τί είναι αυτό!






(Αυτό είναι!)





Μούζικα: Ο Τούλι και οι Fugs, στο ομώνυμο κομμάτι.









Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Μπορχεσάρ


[ Ε ι σ α γ ω γ ή : Το ποίημα που ακολουθεί, βάλτε το και σε εισαγωγικά το ποίημα, το έγραψα κατευθείαν στο facebook, ως κατάσταση που λένε, αυθορμήτως, έχοντας διαβάσει μόλις τις μεταφράσεις του Κεντρωτή. 9/6/19, βράδυ, νύχτα. Δεν περίμενα τις αντιδράσεις. Για ύπνο πήγα. Το κομμάτι άρεσε, παραδόξως ας πούμε! Είναι και οι μέρες κάπως πονηρές, εγείρεται ένα νέο γλωσσικό ζήτημα, που οφείλουμε νομίζω να το προσέξουμε και να προετοιμαστούμε... Προσώρας δεν λέω τίποτε επ' αυτού.
   Την επομένη ο Μάστρο-Γιώργος το είχε ήδη αναρτήσει στο Αλωνάκι του. Ούτε να το ξανακυττάξω δεν πρόκαμα... Καπάκι μάλιστα, μου αφιέρωσε και μια μετάφραση φρέσκια - ένα ποίημα του Ρενέ Σαρ. Μεγάλη πουστιά! Με συγκίνησε...
   Ότι θα το φχαριστιότανε, βεβαίως, ήμουν βέβαιος. Μπορεί να είναι της ακαδημαϊκής κοινότητος που λέμε ο Κεντρωτής, αλλά λεβεντιά, μουρλός. Όπως και κείνος ο Δημάκης ο Χρήστος. Νομίζω δεν έχω άλλους γνωστούς και φίλους από το περιβάλλον αυτό. Κομμουνισταί αμφότεροι, και ποιηταί φυσικώς! Τους πάω. ]






Τρομερός ο καριόλης!
Για τον Ρενέ Σαρ λέω κυρίως
μα και τον Μπόρχες
Τον Μπόρχες τον στραβούλιακα, ξέρετε
Μεταφράζει σαν πούστης ο Κεντρωτής τους δυο αυτουνούς
τον τελευταίο καιρό
Δεν τους πολυήξερα, την ποίησή τους, τ’ ομολογώ
μα τους έχω λατρέψει
Αηδόνια γαμώ το κενοτάφιό μου μέσα, αμφότεροι, ρε συ
τί γράφουν ρε
Παπάδες γράφουνε
Αντρίκεια ποίηση, ρωμαλέα, όχι έντεχνες μαλακίες και τοιούτα.
Μεγάλη κουφάλα ο Κεντρωτής
Πολλοί κατηγορούν τους μεταφραστικούς του τρόπους
Ρε, άντεστε φτύστ’ τ’ αρχίδια σας, παλιομυξοπαρθενόπες!
Ξέρει τί κάνει ο άνθρωπας.

Τελεία.
Μπουρδέλο.
Αλητεία.

Μήγαρις έχω στο νου μου άλλο πάρεξ καυλομαρία κι’ επανάσταση;


(Γουστάρω. Αύριο αν θέτε σας το μεταφράζω και στα πολιτικώς ορθά το γαμημένο, κι’ ας μην τα πολυκατέχω... Και στ’ ακαδημαϊκέζικα, ευχαρίστως, θέλω όμως βοήθεια...)







Φωτογραφίες: Απάνω, ο Γκαγκάν με τον Μαστροκεντρωτή, στο Σαλέρο.
Αποκάτω η αφιέρωση.






και γαμώ δηλ. εννοεί ο ποιητής!





Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Τα θαύματα της τεχνολογίας






1


Εδώ και κάτι χρονάκια στα εργαστήρια οπού γίνονται τα πειράματα κατάφεραν πράγματι και μετέφεραν γονίδιο λουσιφεράσης από το DNA πυγολαμπίδας σε γρασίδι. Μεγάλο επίτευγμα, μά το ναι! Το αποτέλεσμα ήταν γκαζόν όπερ λάμπει εν τω σκότει, καθώς ο λόγος του θεανθρώπου.
Εξ ού κι’ η λαϊκή ονομασία με την οποία κυκλοφορεί το προϊόν στην αγορά: Ιησούς Γκαζοφωτιάς.


(Για να μη θαρρείτε πως μπούρδες λέω και πως τα κατεβάζω όλ’ αυτά απ’ το κεφάλι μου το πάνω).



















2



Τρεις ζωγραφιές του Γιοκούς.
(Για τεχνικές κλπ. λεπτομέρειες, βλ. αποκάτω)




Ο αναπτήρας Ι. Παστέλ και ακρυλικά στο μικρό μπλοκάκι σαλόνι, 14X10 cm.
Ο αναπτήρας ΙΙ. Πενάκι, παστέλ, ακρυλικά σε χαρτί, 18Χ16 cm.
Ο αναπτήρας ΙΙΙ. Πενάκι, παστέλ, ακρυλικά σε χαρτί, 5Χ5 cm.


Ένα κριτικό σημείωμα:
Στο 2 ο αναπτήρας είναι Zippo, καταφανώς, «ο αναπτήρας που γράφει στ’ αρχίδια του τον αέρα» που λέγαν κι’ οι παλιοί. Τα «τρία άλφα».
Στο 1 μπορεί να είναι και bic (ξυρίζει, ανάβει, γράφει κλπ.)
Το 3 μας θυμίζει τον Πίπη τον καλλιτέχνη απ’ τις Κυρίες της Αυλής:
«Βάζω τα σπίρτα, βάζεις τσιγάρα;»
Τω καιρώ εκείνω, ήτονε τ’ όντι και κάτι τσιγαράκια-τρικ που τα πουλάγαν στα μαγαζιά με τα «μαγικά» – είχε ένα στη στοά του Τιτάνια νομίζουμε χαμηλά στην Πανεπιστημίου... Άναβες το τσιγαράκι και γινόταν μια μίνι έκρηξη, όχι πολύ επικίνδυνη, πάντως μια τρομάρα την έπαιρνες, μαύριζαν και τα μούτρα σου!!





Μούζικα: καλή μουσική για σπηντάτους μορτίνους.