Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Το κοινόβιο



- ένα όνειρο -


Η Μαριάνθη – στ’ όνειρό της – έχει λέει παντρευτεί τον Κούλη! Μας τον κουβάλησε κιόλας εδώ στο τσαρδί. Ώστε είχαμε τώρα έναν χαζοχαρούμενο στο σπίτι, που δεν κάνει τίποτα, άχρηστος ντιπ. Του δίνω να διαβάσει Τζέησον Ξενάκη, Χίππυδες και Κυνικοί. Δεν καταλαβαίνει χριστό, όλο με ρωτάει, του λέω. Με κυττάζει γουρλώνοντας. Εγώ, μου κάνει, έχω σπουδάσει στο Χάρβαρντ, μ’ ενδιαφέρουν οι πρακτικές λύσεις όχι τα θεωρητικά ερωτήματα. Ε, πάνε τότε πλύνε κάνα σώβρακο. Του λέω. Μα πώς μυρίζει έτσι ο δικός σου, σαν αποδυτήριο εφήβων. Τεστοστερόνη και ποδαρίλα. Έννοια σου, στον φλομώνουμε με κάτι ξεγυρισμένες τσιγάρες και δούλεμα. Περιμένει ο Κούλης πώς και τί να ξεκουμπιστώ για ν’ αρχίσει τα φραγκολεβαντίνικα στο Μαριανθάκι. Μα γιατί δεν μου κάθεσαι γλυκιά μου, αφού είμαστε πια παντρεμένοι... Θα γίνεις άνθρωπος πρώτα! Θα γίνω, της κάνει, μα θέλω κι’ εσύ για χατήρι μου να κάνεις μια θυσία: να δώσεις εξετάσεις για λόουερ. Της λέει να ντυθεί, να σενιαριστεί και θα περάσει η πρωθυπουργική μερσεντές να την πάρει. Η Μαριάνθη πάει ξυπόλητη, με το κομπινεζόν... Οι κριτές είναι κάτι ποιητές πολύ νούμερα...
Ε, ρε γλέντια!
Μετά χτυπάει το ξυπνητήρι.
(Εγώ βρίσκομαι στην αυλή έξω με το σκύλο, καπνίζω...)




Φωτό: ο Μαξ, απ’ την ταινία "Το 2000 ο Ιωνάς θα είναι 25 χρονών". Αυτός ο Μαξ λοιπόν είναι αριστεριστής, γραφιάς ή διορθωτής στο επάγγελμα ή κάτι τέτοιο, και τα ’χει με την Μαντλήν την ταντρίστρια, γραμματέα μιανού κοιλαρά βιομήχανου.
Στη φωτό ο Μαξ διαβάζει τη Lotta Continua του, φορώντας ένα μπόξερ με φραουλίτσες στο οποίο κρύβει ένα περίστροφο, το οποίο σε λίγο θα το στρέψει στο ρολόϊ κάνοντάς το κομμάτια.



Μούζικα: Κάκια Μένδρη, Το Μαριανθάκι του Τούντα.







(*) Σημείωση: Αυτός ο περιβόητος Κούλης είναι πρωθυπουργός της Ελλάδος (2019-...)



Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Έξι σημειώματα σύντομα για το Παιδί π’ απέμεινε όρθιο…









1.
Καταρχήν να σημειώσω πως φυλλομετρώντας το βιβλίο του Νίκου, μόλις το πρωτοπήρα στα χέρια μου, έτσι ανοίγοντάς το ξεχύθηκε από μέσα μουσική! Μια μουσική φιλαρμονικής, φανφάρες, ταρατατζούμ, μια μουσική τσίρκου, καρναβαλιού…
Πρέπει να του το είπα κιόλας όταν γύρισε που είχε πάει για κατούρημα στο καφενεδάκι που είχαμε ανταμώσει.
Αυτή η αρχική αίσθησή μου ενισχύθηκε ολοένα περισσότερο όσο διάβαζα τα ποίημα της συλλογής.
Μουσικοφιλολογικώς – αυτού του είδους η ανάπτυξη του θέματος σε πολλά, ίσως τα περισσότερα ποιήματα, το οποίο θέμα συνήθως δηλώνεται από τον τίτλο και επαναλαμβάνεται με την κατάλληλη «περιποίηση» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) εμένα μου θυμίζει εμβατήρια, όχι στρατιωτικά προς θεού, ή και στρατιωτικά αν θέλετε, περισσότερο όμως τσίρκου θα έλεγα, πανηγυριού, όχι τόσο ελληνικού πανηγυριού, ίσως πιότερο γαλλικού… σαν αυτό που η Εντίθ Πιάφ λέει σε ένα τραγούδι της, για το πλήθος που σε παρασέρνει / και σε παίρνει / και σε φέρνει…


2.
Υπάρχει ένας πίνακας διάσημος πιστεύω, του βέλγου – νομίζω βέλγου* – μετεμπρεσσιονιστή ή προεξπρεσσιονιστή ζωγράφου Τζέημς Ένσορ.
Οι ιστορίες της τέχνης τον αναφέρουν μάλιστα ως αναρχικό ζωγράφο! Μ’ αρέσουν εμένα κάτι τέτοιοι προσδιορισμοί για καλλιτέχνες, ζωγράφους, τροβαδούρους, ποιητές…
(Εκείνα με τις λογοτεχνικές «γενιές» κλπ.  είναι που δεν τα χωνεύω…)
Λοιπόν, είναι ένας μεγάλος πίνακας, μεγάλων διαστάσεων, 2 ½ επί 4 ½ μέτρα περίπου. Δείχνει την «Είσοδο του Χριστού στις Βρυξέλλες» – έτσι λέγεται ο πίνακας.
Στην πραγματικότητα είναι ένα μεγάλο πανηγύρι, κάτι σαν την ποίηση του Νίκου του Πριόβολου δηλ. Της πουτάνας γίνεται εδώ. Κόσμος και κοσμάκης, μασκαράδες, πτώματα/σκελετοί, ημίψηλα καπέλα, στρατιωτικοί-καραβανάδες, παπάδες και δήμαρχοι και πολιτικοί, μπογδάνοι και αμβρόσιοι, παραμορφωμένα πρόσωπα, κλόουν κτηνώδεις, κλόουν που προσβάλλουν το ευγενές λειτούργημα του παλιάτσου, η Κική Δημουλά μαζί με την Χρυσηίδα Δημουλίδου αγκαζέ, ο Τίτος Πατρίκιος αυτοπροσώπως, ποιητές, ποιήτριες επίσης, πολλοί ποιητές, πολλές ποιήτριες, παράγκες, ιδρύματα, το Μέγαρο Μουσικής, το Νιάρχος, η Ακαδημία Αθηνών και η Σουηδική Ακαδημία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (για να μη ξεχνιόμαστε κιόλας, τον πίνακα περιγράφω εδώ), μικροαστοί, νοικοκυραίοι, φεϊσμπουκιστές και μπλόγκερς, εκδότες και μεγαλοβιβλιοπώλες, τα Πούμπλικ, ο Ιανός, α-ου, φρουφρού κι’ αρώματα, μπάντες διάφορες φυσικά που παιανίζουν, χαμός, τα τέρατα της κανονικότητος, πλακάτ και πανώ διάφορα, «Ζήτω η κοινωνία!» λέει το μεγάλο πανώ πάνω-πάνω, «Ζήτω ο Ιησούς!» λέει ένα μικρότερο, «Φανφάρες θεωρητικές» λέει ένα ταμπλό πάνω από μία φιλαρμονική. Αυτή πρέπει να είναι η φιλαρμονική των κριτικών της ποιήσεως.
Ίσως κάπου ανάμεσα βρίσκομαι κι’ εγώ μέσα σε όλη αυτή την γκροτέσκ μασκαράτα, να με χρησιμοποίησε κι’ εμένα ως μοντέλο ο Νίκος. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κι’ εσείς αγαπητοί φίλοι, καλά κάνετε και ξύνεστε.
Φαγούρα;
Ή ψείρες θάναι ή ψύλλοι.
Εκτός κι’ αν είναι κοριοί.
Ε, ρε γλέντια!
Υπάρχει, πράγματι. κι’ ένας Ιησούς απάνω στο γαϊδαράκο του, για να δικαιολογήσει τον τίτλο του πίνακα, αλλά ούτε που φαίνεται σχεδόν μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι – ο ευρών αμειφθήσεται! Υπάρχει πάντως.


3.
Ο Ιησούς των Βρυξελλών! Μια μορφή η οποία εισέρχεται σε αυτό το παρδαλό μπουρδέλο μας με τα πιο αγνά αισθήματα και προθέσεις πιστεύω. Προς τιμήν του άραγε γίνεται τούτ’ η φιέστα; Ο ίδιος δεν ξέρει τίποτα μάλλον. Θαύματα να κάνει δεν ξέρει. Ούτε απ’ την πείνα και την ανεργία να σώσει κανέναν, ούτε τα κύματα του πολυτραγουδισμένου Αιγαίου να κατευνάσει για να μη σκυλοπνίγομται οι πρόσφυγες στο φουσκωτό, ούτε την «αδέσποτη» σφαίρα του μπάτσου να σταματήσει ενώ κατευθύνεται προς κάποιον νεολαίο…
Με τους εμπόρους στο Ναό μόνο γίνεται λίγο το έλα να δεις, βιαιοπραγεί, απ’ αγάπη πάντως… Τέλος πάντων, ας μην το αναλύσουμε περαιτέρω αυτό, έρχομαι κι’ εγώ λίγο σε αμηχανία διότι στο φινάλε ούτε τον Νίκο θεωρώ Ιησού ούτε την ποίηση Ναό.
Καλύτερα μπουρδέλο είναι η ποίηση – «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» που έλεγε μια ποιήτρια παλιότερη…


4.
Τί είναι η ποίηση;
Εγώ λέω ότι είναι πάνω απ’ όλα στάση ζωής.
Δίκιο έχω αλλά αυτό που λέω δεν λέει και τίποτα, στάση ζωής είναι έτσι κι’ αλλιώς. Κάθε μαλάκας που γράφει ποιήματα έχει και μια στάση ζωής, έναν τρόπο ζωής, και τον τρώμε στη μάπα πανηγυρικώς: ταγιεράκια, φουλάρια, πατσουλιά, γούτσου-γούτσου, αηδίες, χαιρετούρες, αηδίες, τα λέει ο Νίκος μια χαρά σε διάφορα κομμάτια της συλλογής, κομπλιμέντα από μπρος, κουτσομπολιά από πίσω, θάψιμο γενικώς, τα λέει ο Νίκος ανελέητα όσο κι’ ανέμελα σχεδόν στο άσχετο, χωρίς να χαρίζεται μήτε σε «μικρούς» μήτε σε «μεγάλους και τρανούς» μα ούτε και σε διάφορους δήθεν αμφισβητίες μας οπού το παίζουν σε δύο ταμπλώ…
Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους λοιπόν:
Ποίηση, ή αν θέτε μη το πείτε ποίηση, πείτε το αναρχία ή πείτε το αναρχία και ζωή ή σωστότερα ακόμη: σκέτο ζωή.
Ποίηση θα πει να γράφεις στ’ αρχίδια σου όλες τις συμβάσεις αυτής της κοινωνίας / και βασικά κυρίως τις συμβάσεις της αγοράς / και ειδικά μάλιστα της συμβάσεις της αγοράς των γραμμάτων & τεχνών.  
(Όλες τις συμβάσεις: από τους εκφραστικούς τρόπους μέχρι τους λογής «κύκλους», συμπεριφορές, ακόμα και ενδυματολογικούς κώδικες  κλπ. κλπ.)
Ίσως ενοχληθούν πολλοί από την ποίηση του Νίκου. Εγώ μια φορά την καταβρήκα. Γουστάρω.


5.
Υπάρχει ελπίδα; Η πιο κακοποιημένη λέξη των τελευταίων ετών, γράφει κάπου ο Νίκος.
«Είσαι η ελπίδα μας – πήδα μας, πήδα μας!» τραγουδούσαν παλιά τα παιδιά της γαλαρίας στα γήπεδα είτε στα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κλπ.
Ναι, ίσως τα παιδιά της γαλαρίας είναι ελπίδα.
(Όπως και το πήδημα, η συνεύρεση των γυμνών σωμάτων εκ των οποίων εξάγονται οι στίχοι με τους οποίους μπορούμε να ξαναπλάσουμε τον κόσμο… παραφράζω εδώ έναν άλλο στίχο του Νίκου).
Τα παιδιά της γαλαρίας, ο ανθός της ελληνικής και παγκόσμιας νεολαίας, τα παιδιά που απέμειναν όρθια, οι αγυιόπαιδες, οι γαβριάδες, ο Γαβριάς των Αθλίων του Ουγκώ – που κοσμεί και το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, – του Βίκτωρος Ουγκού που θα τον έλεγαν οι αξιαγάπητες φιλομαθείς κομμωτριούλεες ή μοδιστρούλες ή δουλικά/υπηρετριούλες…
Τον Γαβριά βέβαια τον φάγανε λάχανο εκείνοι της Εθνοφυλακής. Έπεσε, πάντως έπεσε τραγουδώντας εκείνο το υπέροχο τραγούδι με τον Βολταίρο και τον Ρουσώ… Ο Νίκος τώρα τον σηκώνει και τον βάνει να τραγουδά Νίκο Καρούζο και Σαχτούρη, Θωμά Γκόρπα και Άρη Αλεξάνδρου, Ηλία Πετρόπουλο, Δεσποινιάδη τη Ζέλμπα, Πολυδούρη, Αντωνάκο – ο οποίος Αντωνάκος παρεμπιπτόντως σήμερα έχει εγκαίνια ζωγραφικής στο Αγρίνιο, εν Ρεμπώ αδελφός γνήσιος, των καταγωγίων και όχι των σαλονακίων.


6.
Το παιδί π’ απόμεινε όρθιο κλείνει με τους εξής στίχους:
«Οι φίλοι μου γράφουν / οι φίλες μου γράφουν / γράφουν για να μη γίνουν ποιήτριες / γράφουν για να μη γίνω ποιητής»
Οι οποίοι στίχοι διαβάζονται κι’ έτσι: οι φίλοι μου γράφουν για να μη γίνουν ποιήτριες / οι φίλες μου γράφουν για να μη γίνω ποιητής.
Αγαπητοί συνάδελφοι, επιτρέψτε μου:
Η ποίηση οφείλει να είναι τουλάχιστον το περήφανο αλήτικο σφύριγμα του Γαβριά,
να είναι ληστεία τράπεζας, Μπόνυ και Κλάϊντ κι’ έτσι,
ή να είναι βομβιστική ενέργεια αναρχικών (θέλω – γράφει ο συνονόματος του Νίκου ο Καρούζος – λίγο δυναμίτη, μία έκρηξη, που να σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας!)
Αλλιώς δεν είναι ποίηση η ποίηση. Και δεν θέλουμε να είμαστε ποιητές.

Οφείλω πάντως να πω πως μες στο γενικό χαμό που γίνεται σ’ αυτές τις εκατό σελίδες του βιβλίου λάμπουν και κάποια τρυφερά διαμαντάκια, υπάρχει μπόλικος θησαυρός για τα χαμίνια και όλους της γης τους κολασμένους.



Ο περίφημος πίνακας του James Ensor
(για όσους ενδεχομένως δεν τον ξέρουν...)







Σημείωση:
(*) Αμέλησα να γκουγκλάρω σαν τον ευφυέστατο πρωθυπουργό μας για να τσεκάρω και να σας πω μετά την βαρύγδουπη μαλακία μου, αν είναι βέλγος γιά δεν είναι ο Τζέημς Ένσορ…








Το ανωτέρω γραπτό διαβάστηκε στη βιβλιοπαρουσίαση του "Παιδιού π' απέμεινε όρθιο" του Νίκου Πριόβολου σε κάποιο αθηναϊκό καταγώγιο, την Παρ. 25/10/2019. Μια βραδυά υπέροχη, πράγματι, ένα υπόγειο κατάμεστο νεολαίους - μεταξύ των οποίων ελάχιστοι οι ποιητές, αν και αυτό είναι σχετικό. Ο Νίκος μας παρακάλεσε να μη δημοσιεύσουμε φωτογραφίες. Σεβαστόν! 
Βάνω μόνον αυτή την φωτό του Μπασιάκ με τον Δέσπι, έτσι για το καλό.






Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Γκαγκάν πρόταση προς την κυρία Κεραμέως



Συμβάλλοντας και εμείς εις το θεάρεστον έργον της σημερινής μας εθνοσωτηρίου Κυβερνήσεως Κούλη-Μαρινάκη για την αποκατάσταση της τάξεως και της ηθικής στην κατακαϋμένη μας πατρίς, προτείνουμε ορθά κοφτά και άμεσα:


Επαναφορά της μαθητικής ποδιάς εδώ και τώρα!





Εμείς ανέκαθεν γουστάραμε τα κορίτσια με τις μπλε ποδιές, τί όμορφες που ήσαν, Θεέ μου, τί κατσαρομάλλες, τί καλά κορίτσια κι’ από καλές οικογένειες, μας επισκέπτονταν και με τί χάρη βγάζαν απ’ τη τσέπα της ποδιάς τα τσιγάρα, συνήθως Καρέλια, και φουμέρναμε και ακούγαμε στο πικάπ τα γιεγιέ και τα ποπ-ροκ και χαμουρευόμασταν... φασωνόμασταν οπού λεν οι νεότεροι...
Ενίοτε στη τσέπη κρύβαν και τίποτε αρντάν («αρντάν – ζωή και κίνηση») ή τίποτε διάφορα αμφεταμινούχα...
Κι’ εμείς μακραίναμε το μαλλί για να φάμε αποβολή και να μας κράζουν «σύκα» στην έβγα της γειτονιάς και βεβαίως ο τσαγκάρης, γνωστός ρουφιάνος της αστυνομίας μας.

Το λοιπόν, για να μην τα πολυλογούμε: Κάτω η έκλυση των ηθών της μαθητιώσης νεολαίας μας. Ζήτωσαν αι παραδόσεις! Επιστροφή στις ρίζες!



(*) Η κυρία Κεραμέως, επειδή ίσως αύριο κανείς δεν θα την θυμάται, γιατί αν την θυμάται κανείς αφίστε καλύτερα, υπήρξε επί των ημερών μας υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, κυρίως μάλιστα θρησκευμάτων.






Η ζουγραφιά είναι βεβαίως του Γιοκούς.



Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΦΤΩΧΟΣ




Νεοφανής και Αγιοπρεπής Εμφάνισις

Από εδώ και 5 ημέρας, που τα πανταλόνια της Οσίας Χαριτίνης αναβοσβήνουν εις το επίμαχον σημείον, περί τας 6 και 30΄, εκάστην πρωΐαν, οι θεοσεβούμενοι της γειτονιάς, θορυβημένοι, μαζεύονται πέριξ της οικίας, προσευχόμενοι ολονυχτίως.

Ο παριστάμενος και Υπογράφων,      
         Άγιος Νικόλαος, Γυμνός και Μπατίρης  

Τέος Ρόμβος



Μας αφηγιέται η Χαρά. – Μόλις, λέει, που είχαμε εγκατασταθεί εδώ στη Σύρο. Μαζί μας είχαμε φέρει και τον γάτο μας τον σιάμ. Άλλο που δεν ήθελε ο γάτος. Αλητεία, θηλυκά, καβγάδες. Ένα βραδάκι λοιπόν πεταγόμαστε απ’ το κρεββάτι, έξω γινόταν χαμός, γατοκαβγάς μεγάλος. Παίρνει ο Τέος ένα σκουπόξυλο και βγαίνει έξω να επιβάλει την τάξη, τσίτσιδος, φόραγε μόνο ένα ροζ μποξεράκι. Φτάνει ίσαμε την εκκλησιά. Άφαντα τα γατιά, πουθενά. Κάπου είχαν κρυφτεί. Στην εκκλησιά εκεί σκοντάφτει απάνω σ' έναν ντόπιο. Κυττάζονται. Ντράπηκε ο Τέος, κάνει μεταβολή και γυρνάει σπίτι.
Την άλλη μέρα το νέο είχε διαδοθεί σ’ όλη την Απάνω Χώρα: Εφάνηκε ο Άγιος Νικόλας ο Φτωχός μ’ ένα σκουπόξυλο και ροζ βρακί!
Γίνηκε μάλιστα και λιτανεία ή κάτι τέτοιο.







(*) Η φωτό του Άγιου, άνω, είναι της Χαράς Πελεκάνου.

Μερικές πληροφορίες διά τυχόν προσκυνητάς: ΕΔΩ: Άγιος Νικόλαος ο Φτωχός





Φωτό: Η Χαρά με τον Γκαγκάν στην Καμάρα της Απάνω Μεριάς, 
όπως μας απαθανάτισε η Μαριάνθη.







Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Πρεβεδουράκειον όναρ








Επιβεβαιώνω το όνειρο του Πρεβεδουράκη, λόγω που ήμουν κι’ εγώ εκεί:

Διαβάζαμε – λέει ο Πρεβέ – ακατάληπτα πράματα πάνω σε μια ξερονησίδα συντροφιά με Μπασιάκο και Θεριανό κι από κάτω μας πετούσαν γαρύφαλλα και χαρτοπετσέτες. Στο τέλος ένας έγκριτος κριτικός μας είπε:
«– Κύριοι είστε σπουδαίες λαϊκές τραγουδίστριες».









Ζουγραφιά: Οι μουζικάντηδες, νερομπογιές σε χαρτί.


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Όνλυ γιου, Βαγγελιώ




ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ απόψε την Βαγγελιώ.
Καλά να ’ναι εύχομαι κι’ αν την έπιασε τώρα λόξυγκας, πού να φανταστεί το λόγο!
Δεν έχω φωτογραφίες της, ως εκ τούτου βάζω μια της Καλάμιτυ Τζέην. Κι’ αναρωτιόμουν πάντα βρε, ποιαν μου θυμίζει τούτη ’δώ! Την Βαγγελιώ μου θύμιζε!




Τυπάκι ζόρικο η Βαγγελιώ.
Απ’ το Περιστέρι.
Κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερή μου. Παραθερίζαμε στο ίδιο μέρος... Τώρα το λες παραθαλάσσιο θέρετρο. Τότε ήταν μάλλον ένα βαλτοτόπι και μισό. Τα βατράχια ακούγαμε και γινόμασταν. Ήμουν – τ’ ομολογώ - ψιλοτσιμπημένος μαζί της. Θάμουν 11-12 εγώ.
Η Βαγγελιώ είχε κι’ έναν αδελφό τον Αποστόλη, στην ηλικία μου ο μικρός. Ο μικρός τα έφτιαξε με μια κοπελίτσα, καλή, πανέμορφη, λίγο χαζούλα αλλά πολύ πλούσια. Δεν θυμάμαι τί βιομηχανία είχαν οι γέροι της, νομίζω καρότσες φορτηγών. Είχαν και βιλίτσα δική τους λίγο παραπάνω, φύσαγε. Κυριλέ. Εμείς σε κάτι λυόμενα ενοικιαζόμενα. Δίπλα μας μάλιστα νοίκιαζε κι’ ο Πάνος Γαβαλάς, ο λαϊκός τραγουδιστής. Παραδίπλα μας, ο Έρικ, που οι γέροι του δουλεύαν στην Αμερικάνικη Βάση της Νέας Μάκρης. Λοιπόν, οι λεφτάδες μας έμαθαν τα καμώματα της θυγατέρας τους με τον Αποστόλη. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν πως η πριγκηπέσσα τους τραβιέται μ’ έναν μπας κλας αλητάκο. Την πιάνουν και την κουρεύουν γουλί. Και εξυπακούεται της απαγορεύουν να ξαναπεράσει απ’ τα στέκια μας...
Στέκια εννοώ την γωνία που μαζευόμασταν τα βραδάκια για πίτσι-πίτσι και την αλάνα απέναντι που παίζαμε μπάλα τ’ αγόρια. Φυσικά και το βάλτο. Δεν θυμάμαι αν είχαμε μάθει το τσιγάρο ή το μάθαμε την άλλη χρονιά.
Μια φορά μόνο πέρασε η μικρή απ’ το στέκι μας, όχι μόνη της – μαζί με άλλους, ποδηλατάδα... Φόραγε μαντίλι στο κεφάλι, ίσως και λοξοκύτταξε προς τη μεριά μας.
Είμαι βέβαιος πως λοξοκύτταξε.
Τα πήρε η Βαγγελιώ στο κρανίο που λέμε. Θα τους εκδικηθούμε, μας κάνει. Κατέστρωσε σχέδιο. Οι λεφτάδες είχαν φύγει, γύρισαν στην Αθήνα λίγο πιο γρήγορα. Σε λίγο θα φεύγαμε κι’ εμείς, ανοίγαν τα σχολεία. Τέτοιες μέρες θάτανε δηλ. σαν σήμερα, τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτέμβρη.
– Θα μπούμε στη βίλα! μας κάνει η Βαγγελιώ
– Ε;
– Διάρρηξη!
Πήραμε έναν φακό κι’ ένα κατσαβίδι και τραβήξαμε για τη βίλα. Η Βαγγελιώ, ο Αποστόλης, ο Έρικ κι’ ελόγου μου. Η πίσω πόρτα άνοιξε πανεύκολα. Αλλά – φευ! – μεγάλη απογοήτευση. Δεν υπήρχε μέσα στη σπιταρόνα τίποτε της προκοπής, τίποτε άξιο στα μάτια μας τιμαλφές – να βουτήξουμε. Ένα γάλα ζαχαρούχο μόνο ξεχασμένο, αν θυμάμαι καλά. Το βουτήξαμε φυσικά.
Απ’ τη τσαντίλα του ο Έρικ βάλθηκε να κάνει ζημιές. Έσπασε ένα βάζο, πήγε μετά να σπάσει τον πίνακα του ηλεκτρικού. Τον σταμάτησε η Βαγγελιώ αποφασιστικά.
– Όχι τέτοια, όχι τέτοια! Δεν αξίζει τον κόπο! Μπρος, πάμε να χέσουμε στο σαλόνι! μας κάνει η Βαγγελιώ
Ξεβρακωθήκαμε κι’ αρχίσαμε να σφιγγόμαστε. Εγώ ανέκαθεν τόχα εύκολο, ο Έρικ τίποτα.
Σπάμε. Φύγαμε.
Μια κλειδαριά χαλασμένη, ένα γάλα Βλάχας ζαχαρούχο κι’ οι κουράδες μας ήταν ο απολογισμός της επιχείρηση – κι’ ας μας συγχωρέσει ο Θεός.
Στο δρόμο της επιστροφής η Βαγγελιώ μ’ είχε πάρει αγκαζέ κι’ όλο τιτίβιζε το αηδονάκι μου για τις ωραίες αντρίκιες κουράδες μου, που μας βγάλαν ασπροπρόσωπους.
Ο Έρικ είχε σκάσει απ’ τη ζήλεια του, τη γούσταρε κι’ αυτός...

Το επόμενο καλοκαίρι δεν ήρθαν για διακοπές τα παιδιά, η Βαγγελιώ κι’ ο Αποστόλης, τους χάσαμε εξάπαντος, ίσως κάπου αλλού πήγανε... ή ποιος ξέρει... Το περάσαμε μαζί με τον Έρικ ακούγοντας στο πικάπ του διάφορα αμερικάνικα, Only You και τέτοια, κι’ αναστενάζοντας...





Σημείωση: Η ιστορία είναι αληθινή, πέρα για πέρα. Μόνη σάλτσα, ο λόξυγκας της Βαγγελιώς! Έχει πάντως γράψει κι’ ένα υπέροχο ποίημα ο τούρκος ποιητής Τζαν Γιουτζέλ, Το τραγούδι του ευγενή κλέφτη το λέει και περιγράφει μια διάρρηξη ή σειρά διαρρήξεων αποτυχημένων που τον υποχρεώνουν να ξηγηθεί κι’ αυτός όπως εμείς: Αγάπη – λέει – δεν βρήκα ούτε για δείγμα, οπότε… άντε γειά… κι’ είθε να σας φωτίζει ο πισινός μου.





Τραγουδάκι, για την περίσταση: Ντόρις Ντέϊ...







Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

ΑΜΑΖΟΝΙΟΣ



 - Ένας θρήνος με γέλια -






Ο Αμαζόνιος καίγεται
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει να κυττάμε τη δουλειά μας
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει πως δεν μας πέφτει λόγος
                                                            δικός του είναι ο Αμαζόνιος.
Παρακολουθώ με κομμένη ανάσα τα νέα
που έρχονται με το σταγονόμετρο απ’ την φλεγόμενη ζούγκλα
(Ήδη είν’ η τρίτη βδομάδα που μαίνεται η φωτιά,
όπως μόλις πληροφορήθηκα
να χέσω τον θαυμαστό νέο κόσμο της δήθεν ελεύθερης πληροφορίας).
Απίστευτη καταστροφή!
Στέκω σ’ ένα άρθρο άσχετο, για μια άγρια φυλή του Αμαζόνιου
γελάνε λέει με τον πολιτισμό μας
γελάνε λέει με τα ρούχα μας με τα όπλα μας με τα ιντερνέτια μας
γελάνε λέει με την διατροφή μας που αγνοεί τ’ αυγά χελώνας…
Αν χαθεί ο Αμαζόνιος χαθήκαμε όλοι
(Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν το γνωρίζει αυτό ή που δικαιούται να
                                                            μην το γνωρίζει…)
Εγώ θα χαθώ μαζί με τους άγριους φίλους μου
γελώντας
Εσείς χαθείτε μ’ αυτόν τον βλάκα με περικεφαλαία τον Μπολσονάρου.

Μα θυμηθείτε:
Πριν χαθεί ο Αμαζόνιος θα καταπιεί τον Μπολσονάρου μια ανακόντα
(μαζί και όλη του τη φάρα γιατί όχι και τους ψηφοφόρους του).
Πριν χαθεί ο Αμαζόνιος θα ’χει χαθεί η Γκουγκλ γι’ αυτό ποτέ δεν θα το μάθουμε
αλλά το ξέρουμε εμείς το ξέρουμε.


                                                                                                                                     22 Αυγ. ’19








(*) Δεν έχει και μεγάλη σημασία, αλλά έτσι για τους τύπους να πω ότι η φυλή των Απολίτιστων που αναφέρουμε στο ποίημα ονομάζονται Mascho Piro ζουν κοντά στις πηγές του Αμαζόνιου μάλλον στο Περού και πράγματι αγαπούν τα αυγά της χελώνας.
Στον Αμαζόνιο βεβαίως ζουν αρκετές φυλές, κάποιες μάλιστα δεν τις έχουμε ανακαλύψει ακόμα, άλλες πάλι -κάποιες από αυτές- έχουν αγρίως πλανευτεί από τους κεφαλαιοκράτες και τις αντιδραστικές κυβερνήσεις και στρατολογούνται σε λογής σώματα δοσίλογων, ας το πούμε έτσι. Έχω ιδεί και φωτογραφίες, κυκλοφορούν, ινδιάνους οπού χαιρετούν ναζιστικά. Απίστευτο! Ματώνει η καρδιά μου περισσότερο παρά με κάτι "δικούς" μας δοσίλογους, γερμανοτσολιάδες κ.τ.λ.