Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Σόνια, η Παναγία των Κωλοχανείων


                                                                                                    Όλες τις πόρτες ξέρω των μελιχρών ναών
                                                                                                    Μ' ευλάβεια μπαίνω και πράττω τα κανονισμένα
                                                                                                    Την Ωραία Κυρία εκεί προσμένω... κλπ. κλπ.
                                                                                                                                       ( Αλ. Μπλοκ ) 


Θα ’τανε γύρω στα 1995-96 που επισκέφθηκα ένα κωλόμπαρο, κάπου στον Περισσό ή Ριζούπολη, μαζί μ’ έναν παλιό φίλο, γείτονα, ποιητή και αλανιάρη. Λοιπόν, μας διπλαρώνουν τα κορίτσια. Κερνάμε τ’ απαραίτητα ποτάκια. Κάθονται στα γόνατά μας. 
 Τί ντουλειά κάνεις εσύ αγκάπι;
 Ποιητής, της απαντώ λίγο αυθάδικα.
Η κοπελιά σοβαρεύει. Περίμενε προφανώς ν’ ακούσει διευθυντής, επιχειρηματίας, αστροφυσικός έστω, τέτοια πράματα.
Μου λέει.
– Ξέρεις Ρώσσους ποιητές;
– Ναι.
Σε λίγο είχε αρχίσει να μας απαγγέλλει στα ρώσσικα, από στήθους, Μπλοκ, Μάντελσταμ, Τσβετάγιεβα... διάφορα...
Η Τσβετάγιεβα ήταν η αγαπημένη της.
Απάγγελλε μ’ έναν τρόπο λες και δεν βρίσκεται σ’ ένα – με το συμπάθιο κιόλας – κωλοχανείο αλλ’ ούτε κι’ εγώ ξέρω πού...

Νομίζω Ιρίνα την λέγανε.
Θα την λέω Σόνια.

Εγώ έκλαιγα.
Ο φίλος μου, εντάξει, μερακλωμένος, χαμουρευότανε μαζί της, μανάρι μου σκέτη καύλα είσαι εσύ κ.τ.λ.
(Όχι, δεν ντρεπόμουν που της συμπεριφερόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο... γελάγαμε, διασκεδάζαμε γενικώς... λέγαμε κι’ ωραίες μαλακίες ανάμεσα... γι’ άλλους λόγους έκλαιγα εγώ...)

Με φίλησε κιόλας – στο μάγουλο – όταν φεύγαμε, μεθυσμένοι εννοείται και πανηλίθιοι – μου είπε κι’ ευχαριστώ η Σόνια.
– Εβκαριστώ!
Μου είπε.

(Την συμπεριλαμβάνω στους άτυχους έρωτές μου... γενικώς και αορίστως... Στα μπαρ αυτά δεν θυμάμαι να ξαναπήγα έτσι κι’ αλλιώς...)













ΥΓ. « Α, μεσιέ, ζε μ' απέλ Ανρύ ε πα Αρνί. Κατάλαβες; Ανρύ». « Μάλιστα κύριε Αρνί».








Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Κακ χαρασσό




Ψιλομπουρδέλο, καρδιά μου, τα πράματα...

Υπό άλλες συνθήκες
θα περνούσα μια χαρά τη βραδιά
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο τραγουδώντας σου
ανέγνοιαστα
ρώσσικες ρομάντζες – το «Κακ χαρασσό» π.χ.
τί ωραία που είναι να είμαστε μαζί...»)
κι’ άλλα τέτοια.

Χίλιες έγνοιες σκοτεινιάζουν, μάτια μου, τον ουρανό...

Ανάμεσα στα σύννεφα
πασκίζω νάβρω το φεγγάρι
για πάρτη σου  
Αυτή την πολύ κουραστική δουλειά λοιπόν εγώ
την λέω έρωτα.

Χαίρομαι που τα καταφέρνω ακόμα...

(Μόν αγάπα με, συκωτάκι μου, κι έννοια σου
μασάω γώ από κούραση; δε μασάω!)

















(*) Σημείωση: Εννοείται ότι δεν ξέρω ρωσικά, αλλά κάτι καταλαβαίνω, κάτι νογάω. Έτσι μετέφρασα το λοιπός την περίφημη ρομάντζα οπού αναφέρω κι ολογράφως στο ποίημα.
 Δικιά σας! Δεύτε, λάβετε και απολαύστε  






Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Ένα διανυκτερεύον βιβλιοπωλείο κ.ά. ιστορίες


«Γειά σου Αμαλιάδα με τα ηλεκτρικά σου!»


ΤΑ ΜΠΛΕ ΓΚΟΥΛΟΥΑΖ 


(ή... ο Μπασιάκος βιβλιοπώλης)


Βρες ένα κεφάλαιο.
Στους τοκογλύφους τρέχα
Δανείσου.
Μια τρύπα νοίκιασε
στην επαρχία.
Πούλα ποίηση.
Πέσε έξω.
Τί είχες τί έχασες.
Τρελλάρας ήσουν ανέκαθεν.




Στη φωτο: ο Μπασιάκος, με τα γκουλουάζ του ανά χείρας, στο βραχύβιο πλην θρυλικό βιβλιοπωλείο "Γκουέρνικα" στην Αμαλιάδα - στέκι και πέρασμα των πιο λαμπρών, ανήσυχων, εύθυμων και άλλων ύποπτων στοιχείων της ευρύτερης περιοχής.



ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ 



Για 6-7 χρόνια άσκησα το ωραίο επάγγελμα του βιβλιοπώλη, στην ωραία Αμαλιάδα.
Είναι αλήθεια ότι οι ντόπιοι με σνόμπαραν κάπως, για πολλούς και διάφορους λόγους. Τί κάνει τούτος;! Αλλά γρήγορα η «τρύπα» μας έγινε πόλος έλξης, στέκι των καλύτερων, των πιο ανήσυχων στοιχείων της πόλης και των πέριξ, των σπουδαστών του ΤΕΙ αλλά και των τσιγγάνων του Συνοικισμού.
Εννοείται ότι πούλαγα και στυλό, αλλιώς δεν έβγαινε. Αλλά δεν μάσαγα! Στην βιτρίνα μπεστ-σέλερ δεν μπήκε, ποιητές μόνο έβαζα, αποκλειστικά. Κι’ ας μου ερχόντουσαν οι κυρίες των κυρίων, κουνιστές-λυγιστές, γυρεύοντάς μου Λένα Μαντά ξερωγώ, Χρυσηΐδα είτε... Ράμφο.
– Δεν είστε με τα καλά σας κοπέλες μου, μόνον κατόπιν παραγγελίας! Γιατί δεν δοκιμάζετε Αραμπατζή φέρ’ ειπείν;

Οι σπουδαστές του ΤΕΙ Αμαλιάδος: ήταν μια ωραία φουρνιά, είχαν και πρόεδρο εκλεγμένο αναρχικό, και μάλιστα Αλβανό, μουρλός, δεν προλάβαινα να φέρνω Καμύ και Ανατόλ Φρανς και Συμμορία Μπονό, γιατί αυτά αναφέρθηκαν στις συναντήσεις τους...
Αυτοί μου το κάνανε το πρώτο διανυκτερεύον βιβλιοπωλείο, αν όχι διεθνώς... τοπικώς!

Ήτανε βράδυ, νύχτα, 3 τα ξημερώματα, νάτανε 2; άντε 2, και σκάει μύτη μια μητερούλα. Μέσα γινόταν χαμός, ποιος τα έλεγε πιο καλύτερα – ο Προυντόν γιά ο Μαρξ;
– Με συγχωρείτε, μήπως έχετε το τάδε σχολικό βοήθημα;
Στις 2 η ώρα τα ξημερώματα...
Στο Θεό σας!

– Λολ! –







Ο σ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ 


Χαιρετίζω τη βραδιά προς τιμήν του σύντροφου Παναγιώτη. Χαίρομαι ιδιαίτερα που η Αμαλιάδα δεν ξεχνά τα άξια τέκνα της, κι όταν λέω άξια τέκνα δεν εννοώ αυτούς που «πρόκοψαν», πλούτισαν ή αναρριχήθηκαν στ’ αξιώματα, αλλά εκείνους που ποτέ δεν συμβιβάστηκαν και αφιέρωσαν την ζωή τους στην υπόθεση της επανάστασης και της ελευθερίας.

Τον σ. Παναγιώτη τον γνώρισα εδώ, στην Αμαλιάδα, στην Μαραθιά μάλλον, όπου «αποσύρθηκε διακριτικά» στα τελευταία χρόνια της ζωής του, στο κτηματάκι του, με τα σκυλιά του, τις κοτούλες, τα αμπέλια του και το… πανάρχαιο κομπιούτερ όπου έγραφε…
Πώς πρωτοβρεθήκαμε δεν θυμάμαι, αλλά μάλλον αδύνατο να μην βρεθούμε. Ξέρετε, ο γύφτος την γενιά του που λένε.
Τρυγήσαμε, πατήσαμε το σταφύλι, ήπιαμε το κρασί, συμφάγαμε και πιάσαμε ατέλειωτες συζητήσεις… καυγαδίσαμε κιόλας αρκετά… σαν γνήσια παιδιά που είμαστε του Μάη… πετάμε την σκούφια μας για εποικοδομητική διαφωνία.
Κατά τον Επίκουρο, τον αρχαίο μας φιλόσοφο, η συζήτηση είναι η μέγιστη ηδονή – παραπάνω κι απ’ το σεξ κι απ’ το φαΐ! Η κοσμοθεωρία του σ. Παναγιώτη ήταν πως αξίζουμε έναν κόσμο καμωμένο σαν τον Κήπο του μπάρμπα Επίκουρου. Σημειώνω ότι στον Κήπο συμμετείχαν κι οι γυναίκες ισότιμα. Ένας έτερος σύντροφος, ο Δρατζίδης, βέβαια, σ’ ένα αξέχαστο τσιμπούσι στην Μαραθιά έθεσε το θέμα της επιστροφής στις μητριαρχικές/μητριστικές γεωργικές κοινότητες της νεολιθικής/προελληνικής εποχής. Πεδίον καυγά λαμπρόν κι αυτό!
Στο θρυλικό πλέον βιβλιοπωλείο μας, στην τρύπα του Τεό, ο σ. Παναγιώτης υπήρξε από την πρώτη στιγμή θαμώνας τακτικός, όσο μπορούσε τακτικότερος. Έχω να παινευτώ πως από το βιβλιοπωλείο μας πέρασαν τα καλύτερα, τα πιο ανήσυχα μυαλά της περιοχής. Για τον σ. Παναγιώτη ήταν το τελευταίο του στέκι – και με όλους μας λίγο-πολύ συνδέθηκε φιλικά και συντροφικά.
Νομίζω ότι αυτοί που τον γέμιζαν περισσότερο απ’ όλους χαρά ήταν οι σπουδαστές του ΤΕΙ.
Στα ΤΕΙ ήταν μια καλή φουρνιά. Οι Αναρχικοί είχαν το πάνω χέρι. Αναρχικός ήταν κι ο πρόεδρος του συλλόγου των σπουδαστών, εκλεγμένος μάλιστα κανονικότατα, με δημοκρατικές διαδικασίες. Αλβανός μάλιστα στην καταγωγή.
Ήταν η εποχή που είχε δολοφονηθεί ο Γρηγορόπουλος, στην Αθήνα γινόντουσαν φασαρίες αλλά η σπίθα είχε φτάσει και στις επαρχίες. Και στην Αμαλιάδα διαδήλωσαν οι μαθητές, ίσως για πρώτη φορά μετά από κάτι αντιαμερικανικά συλλαλητήρια στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπως θυμάται ο σ. Δαρβίρας, ο Μάριος.
Οι σπουδαστές συζητούσαν για κατάληψη του ΤΕΙ. Ήρθαν από το βιβλιοπωλείο, στα πλαίσια της αναζήτησης στήριξης της κατάληψης. Στο βιβλιοπωλείο μέσα έγινε κανονική συνέλευση. Ήταν κι ο σ. Παναγιώτης, ο Παππούς όπως τον έλεγαν οι νεολαίοι μας. Ακούστε, τους λέει ο σ. Παναγιώτης, την κατάληψη έπρεπε να την έχετε κάνει ήδη, πριν δολοφονηθεί ο φίλος σας. Αλλά προσέξτε… Τι σημαίνει κατάληψη; Δεν σημαίνει ότι καταλαμβάνουμε τον ακαδημαϊκό χώρο και τον ρημάζουμε. Δεν σημαίνει τέρμα τα μαθήματα. Κάνουμε τα πάρτυ μας, χορεύουμε, φλερτάρουμε, κάνουμε συνελεύσεις, ζούμε, χαιρόμαστε την ζωή, αυτό θα πει κατάληψη. Και παραπέρα: διώχνουμε τους φασίστες δασκάλους και φέρνουμε άλλους, όποιους θέμε, όποιους εκτιμούμε και όχι απαραίτητα πάνω στο αντικείμενο των σπουδών μας και μόνο, διότι δεν σκοπεύουμε να γίνουμε κρετίνοι του επαγγέλματος. Κατάληψη κοντολογίς σημαίνει Κόκκινο Πανεπιστήμιο. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό μάθημα του Γαλλικού Μάη.

Και κάτι πικάντικο: Στο βιβλιοπωλείο πάλι, μια μέρα η σ. Ελένη η Σκάβδη μας διηγιότανε μια ιστορία απ’ τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Φλωμπέρ (;) στην Ελλάδα και το πέρασμά του απ’ τα μέρη μας. Του είχε λέει κάνει εντύπωση μια γυναίκα με τεράστιο στήθος, μια Καλλιτσιώτισσα. Απορούσε ο Γάλλος μυθιστοριογράφος… πώς το κάνει μαζί της ο άντρας της. Είχαμε όλοι ξεραθεί στα γέλια, και μόνο ο σ. Παναγιώτης άκουγε σοβαρός, σκεπτικός, ξύνοντας το πηγούνι του. Στο τέλος παίρνει το λόγο και λέει της Ελένης: Απορώ συντρόφισσα, πράγματι απορώ! Ο μέγας Φλωμπέρ δεν γνώριζε το πισωκολλητό;!

Αυτά είχα να πω, σκιτσάροντας όσο μπορώ πιο απλά το πορτρέτο ενός ανθρώπου εύθυμου καταρχήν, που αγαπούσε την ζωή και την ήθελε απαλλαγμένη απ’ την ασχήμια των εξουσιαστικών σχέσεων και την βλακεία , η οποία είναι η κουλτούρα του καπιταλισμού.


***

Να προσθέσω και κάτι ακόμα: Ο Οικονομόπουλος μου εμπιστεύτηκε να επιμεληθώ το τελευταίο του έργο, το θεατρικό «Προετοιμασία», προετοιμασία για τον θάνατο δηλαδή. Το θεατρικό το βγάλαμε σε 80 ή 100 αντίτυπα, φωτοτυπίες, που μοίραζε κυρίως σε φίλους του θεατρίνους. Ήθελε να το δει στην σκηνή. Μέχρι στιγμής κι απ’ ό,τι γνωρίζω δεν έχει παιχτεί πουθενά, ούτε γνωρίζω ποιοι έχουν αντίτυπο του κειμένου. Ούτε εγώ έχω. Μου έμεινε όμως η δισκέτα (απ’ τον αρχαίο Η/Υ που λέγαμε στην αρχή) με το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς την επιμέλεια και τις διορθώσεις. Ελπίζω σύντομα να το ξαναπιάσουμε, να το βγάλουμε και βιβλίο ίσως…


(Εδώ στην Αθήνα εν τω μεταξύ έχω βρει και κάποιους από τους νεότερους συντρόφους του στην «ομάδα Στίνα», που ζουν ακόμα και πουλάνε μάλιστα κι’ ωραίο μέλι στην αυτοοργανωμένη Λαϊκή της Πλατείας…)




(*) Το κείμενο για τον Οικονομόπουλο γράφτηκε για μια βραδιά οργανωμένη προς τιμήν του, το καλοκαίρι του ’16, στην Κουρούτα της Αμαλιάδας.



Μερικές ακόμα φωτογραφίες του σ.Παππού, από τα αρχεία της Ελένης Σκάβδη:
Με την Σώτη Τριανταφύλλου, σε μια εκδήλωση στην Παπαχριστοπούλειο Βιβλιοθήκη στην Αμαλιάδα, αν κρίνω από το ύφος του μάλλον της την πέφτει και η Σώτη μάλλον έχει γοητευτεί...
Με την Ελένη και την Νατάσσα Χριστοπούλου, σε άλλη εκδήλωση...
(Δυστυχώς από το βιβλιοπωλείο μέσα δεν υπάρχουν γενικώς φωτογραφίες...)




Μούζικα-τραγούδι: Τα Μπλε Γκουλουάζ, τραγούδι με νόημα βαθύ κι ωραίο φυσικά.






Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Αναφορές







1.

ΑΝΑΦΟΡΑ

(Για την υποκρισία του Ζουκ κ.ά. τινά)

Πολύ θα ήθελα τώρα δα να ποστάρω
την γνωστή φωτογραφία
με την Λου Αντρέας Σαλομέ τσίτσιδη
έτσι όπως την γέννησε η μάνα της μόνο κάπως ανεπτυγμένη
ανάμεσα στον Φρίντριχ Νίτσε και τον Πάουλ Ρέε επίσης τσίτσιδους
να παίζει τα πουλάκια τους -
δεν το κάμω, διότι δεν έχω και πολλή όρεξη γι' αναφορές κι' αποκλεισμούς βραδυάτικα.

(Για όσους ενδιαφέρονται: Γκουγκλάρτε paul ree lou salome nietzsche εικόνες και θα βρείτε την επίμαχη φωτό)


21/9/2017


2.

ΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΜΙΑΝΟΥ ΜΥΣΤΑΚΟΣ

Χτες η "Κοινότητα" μου επέβαλε 24ωρο αποκλεισμό για μια φωτογραφία που πήγα ν' ανεβάσω - δεν δημοσιεύτηκε καν, άρα δεν τίθεται θέμα αναφοράς αλλά μάλλον για φίλτρα των χρηστών ηθών, τρομάρα μας.

Πιθανότατα να μπορούσα να το αντιμετωπίσω αν άνοιγα διάλογο με την διαχείριση - άλλη όρεξη δεν είχα.
Η φωτογραφία:
Ένας ωραίος τυπάκος μερακλής που ξηγιέται γλειφομούνι στην καλή του κι' έτσι χωμένος στο εφήβαιό της είναι φτυστός ο... Ζωρζ Μπρασένς με τις μουστάκες του, καίτοι χωρίς την περίφημη πίπα του! Ήγουν φωτογραφία καλλιτεχνικότατη από όλες τις απόψεις!

Κρίμα!
Το facebook προφανώς δεν έχει ιδέα από μουστάκια! Τόσο το χειρότερο γι' αυτό, όχι για μας!


11/9/2017




Για του λόγου το αληθές, οι επίμαχες φωτογραφίες:




 

 









Φωτό: λούτσος και αντίδια.







Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Ο Πρωτάρης


Στον Βάσο τ’ αφιερώνω αυτό, 
που μου έδωσε την αφορμή μ’ ένα ποστ του στο facebook




22




«22 Ποιήματα»


Αυτή είναι η πρώτη πρώτη μου ποιητική συλλογή, Αθήνα 1982.
Την έβγαλα στο τυπογραφείο μιανού μακρινού συγγενή, σχεδόν τζάμπα, μόνο το χαρτί. Τον είχα μάλιστα βοηθήσει κι’ εγώ ο ίδιος στην στοιχειοθεσία, μάλιστα με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο – εξ ού και πάμπολλα λάθη που μας (μου) ξέφυγαν στην διόρθωση των δοκιμίων λόγω ενθουσιασμού, χώρια η απειρία μου και για νάμαι ειλικρινής η κακή μου ορθογραφία.
(Ούτε μια απόστροφο δεν έβαλα, μάλλον δεν την έβρισκα κι’ είπα χέσ’ τες, τί να τις κάνουμε;!)
Βγάλαμε 200 αντίτυπα. 
Είχα θυμάμαι διαβάσει ότι ο Καρυωτάκης έβγαλε το πρώτο βιβλίο του σε 300 αντίτυπα, μόνος του κι αυτός σαν εμένα! Το λοιπόν εγώ θα βγαζα 200.
Περιττό να πω βέβαια για την συγκίνησή μου, μόλις το παρέλαβα, φρεσκοτυπωμένο κ.τ.λ.
Και τώρα τί κάνουμε;  Τώρα μετράμε τα λεφτά μας και στέλνουμε το βιβλίο σιγά-σιγά στα περιοδικά και τις εφημερίδες, και σε κάποια ονόματα που γνωρίζουμε κι’ εκτιμούμε και τα οποία φυσικά τω καιρώ εκείνω μπορούσαμε να βρούμε μόνο μέσω των περιοδικών ή ξερωγώ. Φυσικά μοίραζα αντίτυπα και στους φίλους. Στα βιβλιοπωλεία έκανα μια-δυο κρούσεις, απογοητεύτηκα κι’ είπα άσε.
Ώσπου κάποια στιγμή, μια φίλη, το Σοφάκι με την στραβή μύτη, το Σοφάκι απ’ την Νομική, με την οποία πρέπει να ήμουν ψιλοτσιμπημένος αλλά μ’ άλλες πήγαινα, μ όλες πλην αυτής, με παίρνει απ’ το χέρι και μου λέει πάμε στην Δωδώνη, ξέρω τον Γκανά! Στην Δωδώνη ήμουν πελάτης τακτικότατος, κι’ ίσως γι’ αυτό ψιλοντρεπόμουν να κάνω κρούση. Τον δε Γκανά δεν τον ήξερα ακόμα ως ποιητή παρά ως υπάλληλο της Δωδώνης κι’ απλώς φατσικώς που λέμε.
(Ίσως την θυμούνται οι Καννίβαλοι την Σοφία... Σύχναζε κι’ αυτή στο Ρυ ντε Μαρσέϊγ... Καλό κορίτσι!)
Ο Γκανάς λοιπόν πήρε πρόθυμα 5 αντίτυπα αν θυμάμαι καλά για το βιβλιοπωλείο και μάλιστα για ένα μικρό διάστημα τα είχε φάτσα κάρτα στον πάγκο πριν τα στριμώξει στα ράφια.
Στο μαγαζί πήγαινα κανονικά, τακτικά, όποτε μου το επέτρεπαν τα οικονομικά, δεν ρώταγα αν πουλήθηκε τίποτα. Ώσπου μια μέρα, μπαίνοντας εγώ, μου κάνει ο Γκανάς: – Πουλήσαμε ένα αντίτυπο!
Σκοτείνιασε ο τόπος! 
Ωραίο σκοτάδι... αλλά σκοτάδι! Όπως το λέω.

Έχω μέσα στο κεφάλι μου τον ακόλουθο διάλογο, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο είναι πραγματικός:
– Ξέρεις (ξέρετε... δεν ξέρω σε τί βαθμό ευγενείας μίλαγα...) ποιος το αγόρασε;
– Δεν τον ξέρω! Ένας τύπος που μοιάζει με τον Τζων Μάγυαλ!
Μάλιστα αυτός ο διάλογος αν διεξήχθη στ’ αλήθεια πρέπει να διεξήχθη μεταξύ εμού και μιας πωλήτριας, όχι ο Γκανάς. Κι’ η εν λόγω πωλήτρια μάλιστα μου είπε:
– Είναι μπασίστας σε μια μπλουζ μπάντα, λατρεύει τους Σοφτ Μασίν και μου είπε ότι σας ξέρει...

(Το μυαλό μου δεν πάει πουθενά, επαναλαμβάνω δεν ξέρω αν είναι αληθινό αυτό το επεισόδιο αλλά μάλλον είναι...)

Τέλος πάντων, για να τελειώνουμε, ως πρωτοεμφανιζόμενος πούλησα 1 (ένα) ολόκληρο αντίτυπο και είμαι γι’ αυτό πανευτυχής.





Υποσημειώσεις:

1) Ναι, πούλησα ένα αντίτυπο! Δεν θυμάμαι, εισέπραξα τα ποσοστά μου; Έμεινα, πρέπει να αγοράσω τσιγάρα.

2) Η ποιητική συλλογή και καλά τιτλοφορούνταν 22 ποιήματα, μόνο που είχε 21 ποιήματα μέσα... Απάτη! Ουαί! Σικέ! Τα λεφτά μας πίσω!
Ίσως, λέω ίσως, υπονοούσα ότι υπάρχει κι ένα ποίημα άγραφο συν, οπού διέπει κι όλα τα γραμμένα!
Πωω! Τ είπα τώρα! Ανά και τρίχιασα μόνος μου! 
Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι έτσι τιτλοφόρησα την ποιητική συλλογή διότι τω καιρώ εκείνω έπινα τα 22 αντινικότ και παρεσύρθην, τσιγαράκι καλόν και με τί πακετάκι ωραίο, μαγκιόρικο, μπλου, μπι και λου.
Ακόμα πιο πιθανό, εννοείται, από λάθος μέτρημα. Συμβαίνουν αυτά!








Γράψιμο και κατούρημα


- τέσσερις γκαγκάν δοκιμαί -







1.

Είναι ανάγκη το γράψιμο,
(μια καθ’ όλα φυσική ανάγκη).
Το γράψιμο είναι ωσάν το κατούρημα.
Είναι ξαλάφρωμα το γράψιμο.
Είναι ανακούφιση.
Είναι κι’ απόλαυση βεβαίως.
Είναι και τέχνη, γιατί όχι!
Και το κατούρημα τάχα δεν είναι κι’ αυτό ένας τρόπος έκφρασης;


2.

Δεν υποτιμώ την επιστήμη. Μία ανάλυση ούρων ή μια κριτική του γραπτού από τον καταρτισμένο επιστήμονα πολλά δείχνει για κάποιον: ποια βίδα του λείπει, αν του λείπει, αν έχει λασκάρει, του έστριψε κλπ.
Κανείς ωστόσο δεν κατουρά για τους ουρολόγους και τους μικροβιολόγους ούτε και γράφει για τους φιλολόγους κανείς.
Ούτε κι’ οι ίδιοι, πιστεύω. 
(Θέλω να πιστεύω...)


3.

Όλοι το κάνουν:

Τα αιλουροειδή το κάνουν ουρώντας.
Εμείς οι άνθρωποι το κάνουμε γράφοντας.

Σωστά επισημαίνουν οι γκαγκάν φυσιοδίφες μας:

Τα ποιήματα είναι κατά βάσιν αγκιτάτσια σεξουαλική.
Και προειδοποίηση, συνάμα, προς τους παρείσακτους πως την πουτσίσανε άμα…




4.

Όταν πέθανε ο Σκαρίμπας, λοιπόν, ο ίδιος υπέδειξε να τονε θάψουμε στο Καράμπαμπα, ωραίο μέρος, με ωραία θέα, όπου πάσα σοβαρός ταξιδιώτης σταματά για ν’ αγναντέψει κάνοντας το ψιλό του...
Ο τάφος τουτέστιν δεν μένει απότιστος ποτέ, όσο υπάρχουν σοβαροί ταξιδιώτες και προσκυνητές.




Ο τάφος του μπάρμπα Γιάννη μας.










(*) Η φωτο του συγγραφέως, επάνω, είναι μάλλον στο Μπατσί της Άνδρου.


Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Τα Ελληνικά νησιά


(σημειώσεις ημερολογίου)


1.

Στη Σίφνο, φέτος.
Εκεί που τα πίνουμε γυρνάμε και βλέπουμε τα σύννεφα στον ουρανό να σχηματίζουν ένα αλφάδι!

2.

Στη Σίφνο, φέτος.
Πάω να κάνω το χοντρό μου σ’ ένα αποχωρητήριο τούρκικο. Έχουν βάλει ηχεία κι’ ακούγεται ένας ραδιοφωνικός σταθμός. Με το που κατεβάζω τα βρακιά, γκα - γκαααάν! Στις τόσες του Σεπτέμβρη λέει τα Μπαλέτα Μπεζάρ τιμούν τον Μορίς κλπ. Απόλαυση!

3.

Στη Σίφνο, φέτος.
Βρίσκουμε την Κατερίνα, όπως τον «παλιό καλό καιρό», χωρίς κινητά κι’ αηδίες, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί, κανονίσει κάτι κλπ.
(Και ποιον δηλ. να βρίσκαμε, τον... Σημίτη;)

4.

Στο καράβι, παλιότερα. 
Με τον Δεληγιάννη είμαστε γειτόνοι, αλλά φευγάτοι αμφότεροι, τί να κάνομε κύριε πρόεδρε;
Τον βρίσκω στο κατάστρωμα ενός πλοίου στις Νότιες Θάλασσες.
– Ρε αγάπη, του κάνω, εσύ είσαι;
– Αδελφέ, μου κάνει, τί ευχάριστη έκπληξη! Τί κάνεις; Δε μου λες, πας ή έρχεσαι;



               μια ζουγραφιά του Νίκου Δεληγιάννη


5.

Στη Σίφνο, φέτος.
Η Μαρ. θλιμμένη. Πήγαμε σε ένα μπαρ... Το είχαν στήσει φίλοι της στην δεκ.’90, ο αδελφός της δούλευε μάλιστα σε αυτό. Ήταν τότε παράπηγμα, έπαιζε ρέγγε, μπλουζ, ψυχεδέλεια, είχε τουμπερλέκια για ν’ αυτοσχεδιάζουν οι μαλλιάδες θαμώνες και πανιά διάφορα, φωτιστικά ανάλογα κ.τ.λ. Τώρα το έχουν ανακαινίσει και περιποιηθεί, καλλωπίσει, εξελίξει… Ξενέρωμα! Παίζει αυτές τις χαζές σουΐνγκ διασκευές του συρμού, τέτοια. Ο dj, προς τον οποίο στρέφεται αυθόρμητα το βλέμμα μου, τον βλέπω με ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο τσιγάρο στο στόμα αντί για ένα ωραίο τρίφυλλο.
Μη μου είσαι θλιμμένη αγαπούλα!
(Την αναγνώρισε τ’ αφεντικό, 20 χρόνια μετά, συγκίνηση, μας κερνάει κιόλας όλη την παρέα μας από ’να σφηνάκι μαστίχα...)

6.

Δουλεύω, χάριν βιοπορισμού, μια απομαγνητοφώνηση Περιφερειακού Συμβουλίου. Ξάφνου ακούω την έκφραση «έξυπνα νησιά». Δεν ξέρω αν το ξέρετε, απ’ την Ε.Ε. πέφτει πολύ χρήμα για την... εξυπνάδα των ελληνικών νησιών!
(Μπίζνες του τουρισμού κλπ. κλπ.)
Αλλά αν τα ελληνικά μας νησιά απόκτησαν ποτέ μιαν ωραία φήμη ήταν στην εποχή των μπατιροτουριστών και κάτι μποέμ διανοούμενων και καλλιτεχνών που μια χαρά συγχρωτίζονταν με τους «αφελείς» και «χαζούς» ντόπιους...

Επ’ αυτού του τελευταίου θα επανέλθομε. Άλλωστε έχομε και ανοικτούς λογαριασμούς με τους «έξυπνους» νησιώτες κι’ όχι μόνο – τους τρέχουν κάποιους φίλους μας στα δικαστήρια...



 Πέρυσι, εννοούμε πρόπερσι αλλά δεν αλλάζει τίποτα.





 


Μερικές φωτογραφίες, πρόχειρα επιλεγμένες έτσι για τη φάση που λένε: 
ο Λέοναρντ Κοέν στην νήσο Ύδρα, η Τζόνι Μίτσελ στην νήσο Κρήτη στο Mermaid Cafe στα Μάταλα, 
οι Μπητλς αποκάτω στην νήσο Αράχωβα...






Άλλες δυο φωτογραφιούλες: Απάνω, η Μυρτώ, διαβάζοντας την Αλίκη στη χώρα του L.S.D. στο καράβι, τον θρυλικό Σκοπελίτη. Κάτω, ο Τεό με την Μαριγώ χορεύοντας Τσίκι-τσίκι εις το αναψυκτήριον Κορόνα Μπορεάλις στη Δονούσα σε λάϊβ των Αέρα Πατέρα – χαίρετε!




(*) Κατερίνα, φυσικά εννοούμε την ποιήτρια Κατερίνα Ζησάκη.