Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΦΤΩΧΟΣ




Νεοφανής και Αγιοπρεπής Εμφάνισις

Από εδώ και 5 ημέρας, που τα πανταλόνια της Οσίας Χαριτίνης αναβοσβήνουν εις το επίμαχον σημείον, περί τας 6 και 30΄, εκάστην πρωΐαν, οι θεοσεβούμενοι της γειτονιάς, θορυβημένοι, μαζεύονται πέριξ της οικίας, προσευχόμενοι ολονυχτίως.

Ο παριστάμενος και Υπογράφων,      
         Άγιος Νικόλαος, Γυμνός και Μπατίρης  

Τέος Ρόμβος



Μας αφηγιέται η Χαρά. – Μόλις, λέει, που είχαμε εγκατασταθεί εδώ στη Σύρο. Μαζί μας είχαμε φέρει και τον γάτο μας τον σιάμ. Άλλο που δεν ήθελε ο γάτος. Αλητεία, θηλυκά, καβγάδες. Ένα βραδάκι λοιπόν πεταγόμαστε απ’ το κρεββάτι, έξω γινόταν χαμός, γατοκαβγάς μεγάλος. Παίρνει ο Τέος ένα σκουπόξυλο και βγαίνει έξω να επιβάλει την τάξη, τσίτσιδος, φόραγε μόνο ένα ροζ μποξεράκι. Φτάνει ίσαμε την εκκλησιά. Άφαντα τα γατιά, πουθενά. Κάπου είχαν κρυφτεί. Στην εκκλησιά εκεί σκοντάφτει απάνω σ' έναν ντόπιο. Κυττάζονται. Ντράπηκε ο Τέος, κάνει μεταβολή και γυρνάει σπίτι.
Την άλλη μέρα το νέο είχε διαδοθεί σ’ όλη την Απάνω Χώρα: Εφάνηκε ο Άγιος Νικόλας ο Φτωχός μ’ ένα σκουπόξυλο και ροζ βρακί!
Γίνηκε μάλιστα και λιτανεία ή κάτι τέτοιο.







(*) Η φωτό του Άγιου, άνω, είναι της Χαράς Πελεκάνου.

Μερικές πληροφορίες διά τυχόν προσκυνητάς: ΕΔΩ: Άγιος Νικόλαος ο Φτωχός





Φωτό: Η Χαρά με τον Γκαγκάν στην Καμάρα της Απάνω Μεριάς, 
όπως μας απαθανάτισε η Μαριάνθη.







Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Πρεβεδουράκειον όναρ








Επιβεβαιώνω το όνειρο του Πρεβεδουράκη, λόγω που ήμουν κι’ εγώ εκεί:

Διαβάζαμε – λέει ο Πρεβέ – ακατάληπτα πράματα πάνω σε μια ξερονησίδα συντροφιά με Μπασιάκο και Θεριανό κι από κάτω μας πετούσαν γαρύφαλλα και χαρτοπετσέτες. Στο τέλος ένας έγκριτος κριτικός μας είπε:
«– Κύριοι είστε σπουδαίες λαϊκές τραγουδίστριες».









Ζουγραφιά: Οι μουζικάντηδες, νερομπογιές σε χαρτί.


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Όνλυ γιου, Βαγγελιώ




ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ απόψε την Βαγγελιώ.
Καλά να ’ναι εύχομαι κι’ αν την έπιασε τώρα λόξυγκας, πού να φανταστεί το λόγο!
Δεν έχω φωτογραφίες της, ως εκ τούτου βάζω μια της Καλάμιτυ Τζέην. Κι’ αναρωτιόμουν πάντα βρε, ποιαν μου θυμίζει τούτη ’δώ! Την Βαγγελιώ μου θύμιζε!




Τυπάκι ζόρικο η Βαγγελιώ.
Απ’ το Περιστέρι.
Κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερή μου. Παραθερίζαμε στο ίδιο μέρος... Τώρα το λες παραθαλάσσιο θέρετρο. Τότε ήταν μάλλον ένα βαλτοτόπι και μισό. Τα βατράχια ακούγαμε και γινόμασταν. Ήμουν – τ’ ομολογώ - ψιλοτσιμπημένος μαζί της. Θάμουν 11-12 εγώ.
Η Βαγγελιώ είχε κι’ έναν αδελφό τον Αποστόλη, στην ηλικία μου ο μικρός. Ο μικρός τα έφτιαξε με μια κοπελίτσα, καλή, πανέμορφη, λίγο χαζούλα αλλά πολύ πλούσια. Δεν θυμάμαι τί βιομηχανία είχαν οι γέροι της, νομίζω καρότσες φορτηγών. Είχαν και βιλίτσα δική τους λίγο παραπάνω, φύσαγε. Κυριλέ. Εμείς σε κάτι λυόμενα ενοικιαζόμενα. Δίπλα μας μάλιστα νοίκιαζε κι’ ο Πάνος Γαβαλάς, ο λαϊκός τραγουδιστής. Παραδίπλα μας, ο Έρικ, που οι γέροι του δουλεύαν στην Αμερικάνικη Βάση της Νέας Μάκρης. Λοιπόν, οι λεφτάδες μας έμαθαν τα καμώματα της θυγατέρας τους με τον Αποστόλη. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν πως η πριγκηπέσσα τους τραβιέται μ’ έναν μπας κλας αλητάκο. Την πιάνουν και την κουρεύουν γουλί. Και εξυπακούεται της απαγορεύουν να ξαναπεράσει απ’ τα στέκια μας...
Στέκια εννοώ την γωνία που μαζευόμασταν τα βραδάκια για πίτσι-πίτσι και την αλάνα απέναντι που παίζαμε μπάλα τ’ αγόρια. Φυσικά και το βάλτο. Δεν θυμάμαι αν είχαμε μάθει το τσιγάρο ή το μάθαμε την άλλη χρονιά.
Μια φορά μόνο πέρασε η μικρή απ’ το στέκι μας, όχι μόνη της – μαζί με άλλους, ποδηλατάδα... Φόραγε μαντίλι στο κεφάλι, ίσως και λοξοκύτταξε προς τη μεριά μας.
Είμαι βέβαιος πως λοξοκύτταξε.
Τα πήρε η Βαγγελιώ στο κρανίο που λέμε. Θα τους εκδικηθούμε, μας κάνει. Κατέστρωσε σχέδιο. Οι λεφτάδες είχαν φύγει, γύρισαν στην Αθήνα λίγο πιο γρήγορα. Σε λίγο θα φεύγαμε κι’ εμείς, ανοίγαν τα σχολεία. Τέτοιες μέρες θάτανε δηλ. σαν σήμερα, τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτέμβρη.
– Θα μπούμε στη βίλα! μας κάνει η Βαγγελιώ
– Ε;
– Διάρρηξη!
Πήραμε έναν φακό κι’ ένα κατσαβίδι και τραβήξαμε για τη βίλα. Η Βαγγελιώ, ο Αποστόλης, ο Έρικ κι’ ελόγου μου. Η πίσω πόρτα άνοιξε πανεύκολα. Αλλά – φευ! – μεγάλη απογοήτευση. Δεν υπήρχε μέσα στη σπιταρόνα τίποτε της προκοπής, τίποτε άξιο στα μάτια μας τιμαλφές – να βουτήξουμε. Ένα γάλα ζαχαρούχο μόνο ξεχασμένο, αν θυμάμαι καλά. Το βουτήξαμε φυσικά.
Απ’ τη τσαντίλα του ο Έρικ βάλθηκε να κάνει ζημιές. Έσπασε ένα βάζο, πήγε μετά να σπάσει τον πίνακα του ηλεκτρικού. Τον σταμάτησε η Βαγγελιώ αποφασιστικά.
– Όχι τέτοια, όχι τέτοια! Δεν αξίζει τον κόπο! Μπρος, πάμε να χέσουμε στο σαλόνι! μας κάνει η Βαγγελιώ
Ξεβρακωθήκαμε κι’ αρχίσαμε να σφιγγόμαστε. Εγώ ανέκαθεν τόχα εύκολο, ο Έρικ τίποτα.
Σπάμε. Φύγαμε.
Μια κλειδαριά χαλασμένη, ένα γάλα Βλάχας ζαχαρούχο κι’ οι κουράδες μας ήταν ο απολογισμός της επιχείρηση – κι’ ας μας συγχωρέσει ο Θεός.
Στο δρόμο της επιστροφής η Βαγγελιώ μ’ είχε πάρει αγκαζέ κι’ όλο τιτίβιζε το αηδονάκι μου για τις ωραίες αντρίκιες κουράδες μου, που μας βγάλαν ασπροπρόσωπους.
Ο Έρικ είχε σκάσει απ’ τη ζήλεια του, τη γούσταρε κι’ αυτός...

Το επόμενο καλοκαίρι δεν ήρθαν για διακοπές τα παιδιά, η Βαγγελιώ κι’ ο Αποστόλης, τους χάσαμε εξάπαντος, ίσως κάπου αλλού πήγανε... ή ποιος ξέρει... Το περάσαμε μαζί με τον Έρικ ακούγοντας στο πικάπ του διάφορα αμερικάνικα, Only You και τέτοια, κι’ αναστενάζοντας...





Σημείωση: Η ιστορία είναι αληθινή, πέρα για πέρα. Μόνη σάλτσα, ο λόξυγκας της Βαγγελιώς! Έχει πάντως γράψει κι’ ένα υπέροχο ποίημα ο τούρκος ποιητής Τζαν Γιουτζέλ, Το τραγούδι του ευγενή κλέφτη το λέει και περιγράφει μια διάρρηξη ή σειρά διαρρήξεων αποτυχημένων που τον υποχρεώνουν να ξηγηθεί κι’ αυτός όπως εμείς: Αγάπη – λέει – δεν βρήκα ούτε για δείγμα, οπότε… άντε γειά… κι’ είθε να σας φωτίζει ο πισινός μου.





Τραγουδάκι, για την περίσταση: Ντόρις Ντέϊ...







Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

ΑΜΑΖΟΝΙΟΣ



 - Ένας θρήνος με γέλια -






Ο Αμαζόνιος καίγεται
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει να κυττάμε τη δουλειά μας
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει πως δεν μας πέφτει λόγος
                                                            δικός του είναι ο Αμαζόνιος.
Παρακολουθώ με κομμένη ανάσα τα νέα
που έρχονται με το σταγονόμετρο απ’ την φλεγόμενη ζούγκλα
(Ήδη είν’ η τρίτη βδομάδα που μαίνεται η φωτιά,
όπως μόλις πληροφορήθηκα
να χέσω τον θαυμαστό νέο κόσμο της δήθεν ελεύθερης πληροφορίας).
Απίστευτη καταστροφή!
Στέκω σ’ ένα άρθρο άσχετο, για μια άγρια φυλή του Αμαζόνιου
γελάνε λέει με τον πολιτισμό μας
γελάνε λέει με τα ρούχα μας με τα όπλα μας με τα ιντερνέτια μας
γελάνε λέει με την διατροφή μας που αγνοεί τ’ αυγά χελώνας…
Αν χαθεί ο Αμαζόνιος χαθήκαμε όλοι
(Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν το γνωρίζει αυτό ή που δικαιούται να
                                                            μην το γνωρίζει…)
Εγώ θα χαθώ μαζί με τους άγριους φίλους μου
γελώντας
Εσείς χαθείτε μ’ αυτόν τον βλάκα με περικεφαλαία τον Μπολσονάρου.

Μα θυμηθείτε:
Πριν χαθεί ο Αμαζόνιος θα καταπιεί τον Μπολσονάρου μια ανακόντα
(μαζί και όλη του τη φάρα γιατί όχι και τους ψηφοφόρους του).
Πριν χαθεί ο Αμαζόνιος θα ’χει χαθεί η Γκουγκλ γι’ αυτό ποτέ δεν θα το μάθουμε
αλλά το ξέρουμε εμείς το ξέρουμε.


                                                                                                                                     22 Αυγ. ’19








(*) Δεν έχει και μεγάλη σημασία, αλλά έτσι για τους τύπους να πω ότι η φυλή των Απολίτιστων που αναφέρουμε στο ποίημα ονομάζονται Mascho Piro ζουν κοντά στις πηγές του Αμαζόνιου μάλλον στο Περού και πράγματι αγαπούν τα αυγά της χελώνας.
Στον Αμαζόνιο βεβαίως ζουν αρκετές φυλές, κάποιες μάλιστα δεν τις έχουμε ανακαλύψει ακόμα, άλλες πάλι -κάποιες από αυτές- έχουν αγρίως πλανευτεί από τους κεφαλαιοκράτες και τις αντιδραστικές κυβερνήσεις και στρατολογούνται σε λογής σώματα δοσίλογων, ας το πούμε έτσι. Έχω ιδεί και φωτογραφίες, κυκλοφορούν, ινδιάνους οπού χαιρετούν ναζιστικά. Απίστευτο! Ματώνει η καρδιά μου περισσότερο παρά με κάτι "δικούς" μας δοσίλογους, γερμανοτσολιάδες κ.τ.λ.



 






Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Θερινό Σινεμά, 2





Σ Η Μ Ε Ρ Ο Ν :

Ζαμπρίσκι Πόϊντ






Η ταινία που μας σημάδεψε μια για πάντα – εμένα τουλάχιστον – περισσότερο ίσως απ’ οποιοδήποτε αριστούργημα της 7ης τέχνης.
Ή και βιβλίο...
Ή και δίσκο μουσικής κι’ ο,τιδήποτε...

Το είπε κι’ η φίλη μας η Σοφία Κορώνη πολύ όμορφα και απλά: Η αγαπημένη μου ταινία όλων των εποχών, απ’ αυτές που στην αρχή της ζωής σου σου καθορίζουν τη σκέψη, τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο.


Μ’ άλλα λόγια: μια περίληψη της ζωής μας.


Όσο το καλοσκέφτομαι,
αυτή είναι η ζωή μας:
Μια πτήση έξαλλη μ’ ένα κλεμμένο αεροπλάνο
– ένα πουλί πες ψυχεδελικό –
απάνω από την Κοιλάδα του Θανάτου.
Και στο φινάλε:
μια έκρηξη υπέροχη με την δυναμίτη της σκέψης μας!

Ε-ο, γαμώ τον καπιταλισμό –
τον καταναλωτικό και τον χρηματιστηριακό!






Αυτό το εισαγωγικό σημείωμα το αφιερώνω ευχαρίστως στον Στέφανο Ροζάνη

– για τους δικούς μου λόγους, ξέρει η Μαριάνθη, η Νταρία μου,
και σημειωτέον επί τη ευκαιρία ένα ορθογραφικό λάθος λίγο πιο πάνω δεν είναι καθόλου λάθος –




( Δεν λέω τίποτα για την "υπόθεση", η συνέχεια επί της οθόνης... )







Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Οι γυναίκες, οι μουσική και το Άγιο οινόπνευμα...



Κώστας Κρεμμύδας


Θεόδωρος Μπασιάκος: «Μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα», εκδ. Πλανόδιον 2006, σελίδες 42 κλπ. κλπ.





ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ

Οι πολλές Αγίες Τριάδες του «Θεόδωρου» Μπασιάκου (γιατί αυτή η επισημότης στο εξώφυλλο;) συνοψίζονται στο γνωστό ένα αίτημα: εμπρός της γης οι κολασμένοι πότες ποιητές.
Ανάμεσα στον Μαγιακόφσκι και τον δικό μας Αλέξανδρο Αραμπατζή, ο φίλτατος Θόδωρας καταφέρνει να αναδείξει τη μαγκιά (διάβαζε μαγεία) της ποίησης, που δεν είναι κλαυθμός, οδυρμός και παράθεση ασύνδετων μεταξύ τους λέξεων[, αλλά τραγούδι, πόνος, ντέρτι και έρωτας: «– αχ! έρωτα –» ή: «Πεθαίνουμε αφού / που πεθαίνουμε / (κάθε μέρα) / ας / πεθαίνουμε σα τα πουλιά – απ’ αγάπη». Και στο Ωραιότερο τραγούδι αγάπης στον κόσμο διαβάζουμε ένα από τα πιο αντισυμβατικά ποιήματα ερωτικής αποκαθήλωσης:

Το στήθος σου
το σχεδόν αγορίστικο στήθος σου
το λευκό σαν τοπίο χιονισμένο στήθος σου
έτσι προβάλλει καθώς ξεκουμπώνεσαι
σα δρόμος της Μόσχας
που κουρελής
και στρεκλώντας
μεθυσμένος παλιάτσος
ο Καραντάς
στο ’να χέρι το στραπατσαρισμένο καπέλο του
στ’ άλλο ένα τριαντάφυλλο
κόκκινο
τριαντάφυλλο της φωτιάς
τριαντάφυλλο του αίματος
τριαντάφυλλο του  έρωτα
τριαντάφυλλο της επανάστασης
το
       εναποθέτει στο ντεκολτέ σου.

Ξεχωριστή κι η αφιέρωση με προεξάρχουσα την Όλγα κι ακολουθούν: «Στους φίλους μας / στα παιδιά μας / στους γέρους μας // στους τυπογράφους / Στους μουσικούς / – Σε όλους! –».

Ενδιαφέρον εικαστικά και ως ιδέα το Φυλαχτό: «– Τα πρώτα γράμματα της κόρης μου:» – και ακολουθούν τα γράμματα…


Μου αρέσει η αυθάδης και επιθετική ποίηση και το αψύ του χαρακτήρα του που δεν παρακαλεί κανέναν για κριτική, δεν κωλώνει, δεν νοιάζεται για τα ποιήματά του – που τα γράφει τα στέλνει και ξεμπερδεύει, αδιάφορο αν θα μπουν, αν αρέσουν, αν σου λένε, αρκεί που βγαίνουν από μέσα του, αρκεί που αρέσουνε στον ίδιο.
Το πρόβλημα είναι πως κάπου κάπου κάτι ξεφεύγει και χάνεται, γιατί όσο αναγκαία είναι η διασφάλιση του αυθόρμητου/παρθένου της ποιητικής έκφρασης, άλλο τόσο χρειάζεται και το φτιασίδωμά της, όχι για να χάσει το νεύρο και τη ζωντάνια της, αλλά για να απαλλαχτεί από τα τετριμμένα περιττά που μπορεί να τον διασκεδάζουν αλλά δεν εισπράττονται από τον ψυχρό αναγνώστη. Έτσι οι μελωδικοί ήχοι του «γραφοντεόν» του θα ακουστούν ακόμα μελωδικότεροι, επιθετικότεροι, και γι’ αυτό πιο επικίνδυνοι, όπως είναι το πάγιο αίτημα της πανανθρώπινης ποιητικής επανάστασης.

[ Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τ.43, Νοέμβριος 2010 ]






Σημειώσεις:
Στην αρχή αυτού του κριτικού σημειώματος παρατίθεται ένα μάλλον κακοαντιγραμμένο απόσπασμα από το ποίημα Αθήνα – μια πόλη ποιητών κλπ.
Αυτό το «αχ! έρωτα» που μας πετάει ο Κώστας σαν στίχο σπουδαίο, προφανώς αποτελεί μια μικρή αναφορά στον Λόρκα και προέρχεται από ένα κομμάτι που σχεδόν έχω ξεχάσει μα τώρα που το ξαναδιαβάζω πολύ μ’ αρέσει: Παλιά αγαπημένα ρεφραίν τιτλοφορείται το κομμάτι.

Ένα γυμνό του / Μοντιλιάνι
παιγμένο από πλανόδιο ακκορντεόν
– αχ! έρωτα –
Ένα νυχτερινό / αηδόνι
παιγμένο από μαχαίρι δίκοπο
– αχ! έρωτα –
– αχ! έρωτα –


Αντί της Αθήνας, που είναι λίγο μεγαλούτσικο ποίημα και βαριέμαι να το αντιγράψω, καλό πάντως, το αγαπώ (θα το αναδημοσιεύσω σύντομα με κάποια σχόλια…) λοιπόν βάζω ένα άλλο ποίημα – απ’ τα όχι και τόσο δημοφιλή της συλλογής, αλλά δυνατό, μ’ αρέσει πολύ.
Το βάζω ως εικόνα, έτσι όπως το αναδημοσίευσα πρόσφατα στο φουμπού.
Κι’ επίσης ως εικόνα βάνω το χειρόγραφο ενός άλλου ποιήματος, επίσης πολύ απ’ τ’ αγαπημένα μου, κυρίως για να φανεί η κάπως ανορθόδοξη τυπογραφική διάταξη, που δυστυχώς χάνεται στις διάφορες αναδημοσιεύσεις του κομματιού στο διαδίκτυο.








[ κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση άμα θέτε ]





Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Στο Σαιν-Τροπέ...







ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΓΟΥΣΤΟΣ


Είν’ ωραία αυτή την εποχή
στο Σαιν Τροπέ
ξημερώματα στο λιμανάκι
καφεδάκι
τσιγαράκι
γιατί όχι και γλυκάκι ό,τι διαθέτει το κατάστημα
μόλις άνοιξε
τα κρουασάν δεν βγήκαν ακόμα
καλό εν τοιαύτη περιπτώσει το μαμαδίστικο λεγόμενο οπού περίσσεψε
                                                                                                                        από χθες
κρέμα με πτι μπέρ και ζελέ κεράσι
μέγκλα
οι χωροφύλακες γλυκύτατοι κι’ αυτοί φτυστοί όλοι τους ο Λουΐ Ντε Φινές
βρε κι’ αναρωτιόμουν πάντα ο Λουΐ Ντε Φινές ποιον μου θυμίζει
τον μπάρμπα μου τον Κλέαρχο μου θυμίζει
σου λεν μπονζούρ μεσιέ και μέρα που ’ναι καλή παναγιά
με κάτι αστείες γκριμάτσες και χειρονομίες σου δείχνουν την έγνοια τους
                                                                                                            για το «πρόσωπο»
όλα καλά
απλώς κουτουλάει απ’ τη νύστα η αγαπούλα
σα χτυπήσει ένα μαμάν θα δείτε πώς θ’ αρχίσει να κελαϊδάει
την ξέρω…
Ωραία μάγκες μου είν’ εδώ
στο Σαιν Τροπέ
κι’ εύκολη η ζωή σαν ποίημα και δεν χρειάζεται να γράφεις απλώς τα ξύνεις.

Αν δεν μας άρεσε στο Σαιν Τροπέ δεν είμαστε κορόϊδα τώρα θα ’μασταν
                                                                                                            στη Χονολουλού.
Αλλιώς... στη Ζούγκλα με τον Ταρζάν.

Αμ’ πώς.

 Μελίσσια, 15 Αυγ. ’19 ξημερώματα 










Φωτογραφίες: 

(άνωΤο Σαιν Τροπέ με τα μάτια της καλής μου. Το αγουροξυπνημένο κατατοπιστικό σημείωμά της:
«Ξυμέρωμα. Το καφφενείο ανοιχτή. Ουρά στο φούρνο για τυρόπιττα. Το πλοίο στον ώρα του. Η πανσέληνως ξέμεινε…»
Μάλλον πρόκειται για το λιμάνι της Δονούσας.

(κάτω) Ο ποιητής μπροστά σε μια βρυσούλα πάλι στο Σαιν Τροπέ, στην Άνδρο.






Σημείωση: Ο πρώτος στίχος είναι παραφθορά μιας ατάκας του τρομερού Γιώργου Μούτσιου σε ρόλο ρεμαλιού μπήτνικ σε μια παλιά ελληνική ταινία.
Την αναφέρει συχνά ο Μπιλ.




Τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος, Μια Παναγιά, λόγω της ημέρας.