Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Όνλυ γιου, Βαγγελιώ




ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ απόψε την Βαγγελιώ.
Καλά να ’ναι εύχομαι κι’ αν την έπιασε τώρα λόξυγκας, πού να φανταστεί το λόγο!
Δεν έχω φωτογραφίες της, ως εκ τούτου βάζω μια της Καλάμιτυ Τζέην. Κι’ αναρωτιόμουν πάντα βρε, ποιαν μου θυμίζει τούτη ’δώ! Την Βαγγελιώ μου θύμιζε!




Τυπάκι ζόρικο η Βαγγελιώ.
Απ’ το Περιστέρι.
Κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερή μου. Παραθερίζαμε στο ίδιο μέρος... Τώρα το λες παραθαλάσσιο θέρετρο. Τότε ήταν μάλλον ένα βαλτοτόπι και μισό. Τα βατράχια ακούγαμε και γινόμασταν. Ήμουν – τ’ ομολογώ - ψιλοτσιμπημένος μαζί της. Θάμουν 11-12 εγώ.
Η Βαγγελιώ είχε κι’ έναν αδελφό τον Αποστόλη, στην ηλικία μου ο μικρός. Ο μικρός τα έφτιαξε με μια κοπελίτσα, καλή, πανέμορφη, λίγο χαζούλα αλλά πολύ πλούσια. Δεν θυμάμαι τί βιομηχανία είχαν οι γέροι της, νομίζω καρότσες φορτηγών. Είχαν και βιλίτσα δική τους λίγο παραπάνω, φύσαγε. Κυριλέ. Εμείς σε κάτι λυόμενα ενοικιαζόμενα. Δίπλα μας μάλιστα νοίκιαζε κι’ ο Πάνος Γαβαλάς, ο λαϊκός τραγουδιστής. Παραδίπλα μας, ο Έρικ, που οι γέροι του δουλεύαν στην Αμερικάνικη Βάση της Νέας Μάκρης. Λοιπόν, οι λεφτάδες μας έμαθαν τα καμώματα της θυγατέρας τους με τον Αποστόλη. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν πως η πριγκηπέσσα τους τραβιέται μ’ έναν μπας κλας αλητάκο. Την πιάνουν και την κουρεύουν γουλί. Και εξυπακούεται της απαγορεύουν να ξαναπεράσει απ’ τα στέκια μας...
Στέκια εννοώ την γωνία που μαζευόμασταν τα βραδάκια για πίτσι-πίτσι και την αλάνα απέναντι που παίζαμε μπάλα τ’ αγόρια. Φυσικά και το βάλτο. Δεν θυμάμαι αν είχαμε μάθει το τσιγάρο ή το μάθαμε την άλλη χρονιά.
Μια φορά μόνο πέρασε η μικρή απ’ το στέκι μας, όχι μόνη της – μαζί με άλλους, ποδηλατάδα... Φόραγε μαντίλι στο κεφάλι, ίσως και λοξοκύτταξε προς τη μεριά μας.
Είμαι βέβαιος πως λοξοκύτταξε.
Τα πήρε η Βαγγελιώ στο κρανίο που λέμε. Θα τους εκδικηθούμε, μας κάνει. Κατέστρωσε σχέδιο. Οι λεφτάδες είχαν φύγει, γύρισαν στην Αθήνα λίγο πιο γρήγορα. Σε λίγο θα φεύγαμε κι’ εμείς, ανοίγαν τα σχολεία. Τέτοιες μέρες θάτανε δηλ. σαν σήμερα, τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτέμβρη.
– Θα μπούμε στη βίλα! μας κάνει η Βαγγελιώ
– Ε;
– Διάρρηξη!
Πήραμε έναν φακό κι’ ένα κατσαβίδι και τραβήξαμε για τη βίλα. Η Βαγγελιώ, ο Αποστόλης, ο Έρικ κι’ ελόγου μου. Η πίσω πόρτα άνοιξε πανεύκολα. Αλλά – φευ! – μεγάλη απογοήτευση. Δεν υπήρχε μέσα στη σπιταρόνα τίποτε της προκοπής, τίποτε άξιο στα μάτια μας τιμαλφές – να βουτήξουμε. Ένα γάλα ζαχαρούχο μόνο ξεχασμένο, αν θυμάμαι καλά. Το βουτήξαμε φυσικά.
Απ’ τη τσαντίλα του ο Έρικ βάλθηκε να κάνει ζημιές. Έσπασε ένα βάζο, πήγε μετά να σπάσει τον πίνακα του ηλεκτρικού. Τον σταμάτησε η Βαγγελιώ αποφασιστικά.
– Όχι τέτοια, όχι τέτοια! Δεν αξίζει τον κόπο! Μπρος, πάμε να χέσουμε στο σαλόνι! μας κάνει η Βαγγελιώ
Ξεβρακωθήκαμε κι’ αρχίσαμε να σφιγγόμαστε. Εγώ ανέκαθεν τόχα εύκολο, ο Έρικ τίποτα.
Σπάμε. Φύγαμε.
Μια κλειδαριά χαλασμένη, ένα γάλα Βλάχας ζαχαρούχο κι’ οι κουράδες μας ήταν ο απολογισμός της επιχείρηση – κι’ ας μας συγχωρέσει ο Θεός.
Στο δρόμο της επιστροφής η Βαγγελιώ μ’ είχε πάρει αγκαζέ κι’ όλο τιτίβιζε το αηδονάκι μου για τις ωραίες αντρίκιες κουράδες μου, που μας βγάλαν ασπροπρόσωπους.
Ο Έρικ είχε σκάσει απ’ τη ζήλεια του, τη γούσταρε κι’ αυτός...

Το επόμενο καλοκαίρι δεν ήρθαν για διακοπές τα παιδιά, η Βαγγελιώ κι’ ο Αποστόλης, τους χάσαμε εξάπαντος, ίσως κάπου αλλού πήγανε... ή ποιος ξέρει... Το περάσαμε μαζί με τον Έρικ ακούγοντας στο πικάπ του διάφορα αμερικάνικα, Only You και τέτοια, κι’ αναστενάζοντας...





Σημείωση: Η ιστορία είναι αληθινή, πέρα για πέρα. Μόνη σάλτσα, ο λόξυγκας της Βαγγελιώς! Έχει πάντως γράψει κι’ ένα υπέροχο ποίημα ο τούρκος ποιητής Τζαν Γιουτζέλ, Το τραγούδι του ευγενή κλέφτη το λέει και περιγράφει μια διάρρηξη ή σειρά διαρρήξεων αποτυχημένων που τον υποχρεώνουν να ξηγηθεί κι’ αυτός όπως εμείς: Αγάπη – λέει – δεν βρήκα ούτε για δείγμα, οπότε… άντε γειά… κι’ είθε να σας φωτίζει ο πισινός μου.





Τραγουδάκι, για την περίσταση: Ντόρις Ντέϊ...







1 σχόλιο: