Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

1 Οκτωβρίου 1999


Γεννήθηκε η Ρόζα, η πιο μεγάλη απ τις κόρες μου.
Είχε φανεί το κεφάλι της μα δεν έλεγε να βγει, μας έκανε κόλπα. Μπελαλίδικος τοκετός. Μια ώρα παλεύαμε να την κατεβάσουμε – μία μαία Γεωργιανή, σπουδαία, ένας Βούλγαρος ντερέκι, που δεν θυμάμαι ακριβώς την ειδικότητά του αλλ’ αυτός έκανε όλη την δουλειά σπρώχνοντας την κοιλιά, ο γιατρός ο Πίπης, Κύπριος, θεοπάλαβος, που όλη την ώρα έψελνε και μ’ είχε βάλει να του κρατάω το ίσο και να χαϊδεύω τα μαλλάκια της καλής μου, κι’ εγώ, αξιέπαινα ψύχραιμος. Ο προηγούμενος στη θέση σου, μου είπε ο δρ Πίπης, μας έμεινε, λιποθύμησε. Στο φινάλε, όλα καλά. Ένα μπλαβί κουτάβι, σκέτη γλύκα. Ο δρ Πίπης κι’ εγώ πιάσαμε από ’να κρεββάτι και ξεραθήκαμε στον ύπνο, παραπλεύρως στο νεογέννητο και την μάνα του. Κατάκοποι. Αποκαμωμένοι. Ούτε που καταλαβαίναμε τους μετασεισμούς του μεγάλου φονικού σεισμού του ’99, που δεν εννοούσαν να κοπάσουν, τους σοβάδες που πέφταν δίπλα μας σε κείνη την κλινική της συμφοράς κάπου στο Λυκαβηττό... 



Φωτο: Με την Ρόζα κουτάβι, λίγων ημερών.









Μερικά υστερόγραφα:

Κρατούσα ημερολόγια όλο τον καιρό της εγκυμοσύνης της Όλγας,  της μάνας των κοριτσιών μου. Ημερολόγια εγκυμοσύνης, τρόπον τινά, τα οποία εξελίχθηκαν σε ημερολόγια πολέμου καθότι πιότερο απ την εγκυμοσύνη παρακολουθούσα τις εξελίξεις με τους βομβαρδισμούς στην γειτονιά μας, στην Γιουγκοσλαβία.
Από τα ημερολόγια αυτά εν πολλοίς προέκυψε και η ποιητική μου συλλογή του 06, τα Μαύρα Μάτια.
Οφείλω να σημειώσω ότι πολύ θάρρος έπαιρνα, μου έδιναν και το έπαιρνα δηλ. κάτι μέϊλ κοινών θνητών γειτόνων μας Γιουγκοσλάβων, που τα αναδημοσίευε η Ελευθεροτυπία και βγάζαν γλώσσα στους Αμερικάνους μακελάρηδες: Θα μας κλ... τ αρχ...
Μες στο μακελειό, πώς μούρθε και λέω κάποια στιγμή της Όλγας: Όλα καλά αγαπούλα, πάνε αν θες και στο κομμωτήριο να γίνεις ωραία! Πήγε, γύρισε έξαλλη: Σαν την Ρίτα Σακελαρίου με κάνανε! Προσπαθούσε να ξαναϊσιώσει τα μαλλιά της η καϋμένη και δεν ισιώναν...




 


 


                                                                  


                                                                    Φωτογραφίες εποχής γενικώς, η Ρόζα, η μάνα της, εγώ, η Γιόφκα, ο Δρατζίδης, η γάτα Ρουσώ, ο σκύλος Λέγκω (το πιο τσίφτικο σκυλί του κόσμου!) κλπ.




Ο Μαέστρος



(σχεδιάσματα)

μνήμη Κώστα Ριτσώνη


Ι

Είμαι ένας κατ’ εξοχήν μουσικός γραφιάς.
Το ποίημα κατ’ εμέ δεν είναι τίποτε άλλο από τραγούδι – μία ερμηνεία, με την μουσική πάντοτε έννοια του όρου.
Πώς άλλος παίζει βιολί π.χ. ή την αρμόνικά του, και τραγουδάει, έτσι παίζω εγώ τη γραφομηχανή μου... Εξ ού και το παρατσούκλι "μαέστρο" που μου κολλήσαν οι φίλοι πειράζοντάς με, βεβαίως, με αγάπη.
Υπερβολικό, δε λέω, το παρατσούκλι! Μαέστρος ήταν ο Πούσκιν, ήταν όλοι εκείνοι οι Μεγάλοι των γραμμάτων! Εμείς δεν είμεθα παρά ταπεινοί (φέρ’ ειπείν) μουζικάνοι του δρόμου και της ταβέρνας, ελάσσονες ποιηταί, της παρέας, ερασιτέχνες σχεδόν, που βολοδέρνουμε στα καταγώγια της νεότερης ποιητικής μας σκηνής, τους καϋμούς τραγουδώντας της συφοριασμένης γενιάς μας.
Όχι όμως πως δεν αξίζουμε κιόλας! Ωραίες φωνές, βαθειές, ντόμπρες, ραγισμένες κάποτε απ’ της ψυχής μας τον πόνο και τον νταλγκά. Βίαια ξεριζωμένοι από τα «όμορφα χωριά της νιότης μας»... χαμένοι μέσ’ στα χαλάσματα π’ άφισε πίσω του το γύρισμα του αιώνα....

ΙΙ

Με τη γραφομηχανή μου-ακκορντεόν γυρνώντας στους πέντε δρόμους κλπ. κλπ.
«- Πουλιά διαβατάρικα είμαστε εμείς οι καλλιτέχνες!» όπως μολογάει ο χαριτωμένος γερο-βιολιτζής, ο «κύριος συνάδελφος» των λατερνατζήδων στην περιώνυμη κωμωδία του Σακελλάριου...
Αλήθεια, πόσο του μοιάζω! Τέτοιος είμαι κι’ εγώ! Της «σοβαράς» σχολής τάχα μου, ξέρετε: Πούσκιν κ.τ.λ. καίτοι ξέπεσα κι’ αντί για νόμπελ και διεθνή αναγνώριση δεν μου μένει παρά στα πανηγύρια να γυρνώ και στις ταβέρνες
(προσθέστε: και στα φέϊσμπουκ, τα μπλογκ κλπ.)
τ’ οργανάκι βαρώντας,
με ψίχουλα ζώντας και μ’ όνειρα...
τακ, τακ, τακ, τσικ, τακ, γκλιν! τακ
τίρι-ριρόμ, τιριρόμ
Ε, καλά μόνο νάμαστε γεροί (έστω, κι’ ας... κουτσαίνουμε) κι’ έχει ο μπάρμπα Θέος! Αξίζουμε το ψωμί μας, δεν τ’ αξίζουμε; – ποιος άραγε θα το κρίνει;


Από ένα παλιό δεφτέρι




























Φωτογραφίες: (πάνω:) Ο Δημήτρης Βουδούρης ως πλανόδιος βιολιτζής στην "Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο"... Ο Κανελλόπουλος μου είχε πει πως στα τελευταία του την έβγαζε γυρνώντας στο κέντρο, στα πανεπιστήμια πουλώντας ζελατίνες για ταυτότητες φοιτητικές.
(κάτω:) Άλλος ένας σπουδαίος βιολιτζής, ο Παγκανίνι της Φωκίωνος Νέγρη. Έβγαζε και μια εφημεριδούλα με νέα που δεν ενδιέφεραν απολύτως κανέναν κι' ήταν σταθερά εκτός θέματος που λέμε. Δάσκαλος μεγάλος για μένα!




Βίντεο: "Για τα πανηγύρια..."







Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ληστές & Εραστές (nothing more, nothing less)


- δυο ποιήματα της Μαριάνθης -



oh, my precious

Εκείνο που πιο πολύ φοβάμαι είναι
μη γίνουμε παντρεμένοι
μη βολευτούμε σε χνουδάτες παντόφλες
και φυλλομετράμε λογαριασμούς παγίων στη βεράντα
μη γίνει το κρεβάτι μας έπιπλο
και τα φιλιά μας πεταχτά
να κουβαλάμε ομπρέλες όταν βρέχει
και ρολόι
στη σωστή ώρα
χωρίς κοπάνες
χωρίς λαχτάρες
μη μου περισσεύεις
αντί να μου λείπεις
Εκείνο που πιο πολύ φοβάμαι
είναι μη γίνουμε από συμμορία κυβέρνηση.



murders murder / lovers love

Με αγαπούσαν πάντοτε τ’ αδέσποτα
τα μικρά παιδιά
τα μαύρα πρόβατα
οι μεθυσμένοι
οι παράνομοι
οι ποιητές
οι ασυμμόρφωτοι
οι τσαλακωμένοι
οι τρελοί του χωριού

Μόνο από αυτούς μπορούσα να έχω αγαπηθεί
Μόνο από αυτούς ήξερα να αγαπιέμαι

Πρίγκιπες που φτύσανε το θρόνο τους,
αλήτες που ήξεραν πως είναι πρίγκιπες.













(*) Τη φωτογραφία υποθέτω την τράβηξε η Μυρτώ, μάλλον στη Δονούσα





Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μπάρμπα Ζωρζ



Για ν’ ανάψεις φωτιά πρέπει να ’σαι ή τρελλός ή ποιητής ή ερωτευμένος. Έτσι ορμήνευε την Μαριάνθη ο πατέρας της, καθώς ανάβανε το τζάκι. Και της αφηγιότανε σαν καλός μπαμπάς ιστορίες διάφορες απ’ τον καιρό που υπηρετούσε στην Λεγεώνα των Ξένων... 
Είχανε ξεμείνει λέει στην Σαχάρα, – δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή για ποιο λόγο. Κάνει ψοφόκρυο τις νύχτες στην έρημο μα η ανατολή είναι μαγεία σκέτη! Ο ήλιος π’ ανατέλλει είναι πιο μεγάλος κι’ απ’ το κεφάλι του Τσοβόλα ξερωγώ, κατακόκκινος κι’ απίστευτος. Ώρα για καφεδάκι. Φτάνει οι λεβέντες μας να καταφέρουν ν’ ανάψουν φωτιά. Ξυλεία δεν υπάρχει στην έρημο ως γνωστόν. Οι βεδουΐνοι ανάβουν τη φωτιά με τα κουράδια της καμήλας. Αυτοί της Λεγεώνας δεν έχουν καμήλες κι’ αν έχουνε δηλ. είναι από τις καμήλες εκείνες που δεν κάνουν κουράδια, δεν χέζουν ποτέ. Έχουν τζιπ όμως που έχει βενζίνα. Κι’ έρχεται ο Τρελλός λοιπόν, ένας Σπανιόλος, με λίγη βενζίνα απ’ το τζιπ, ανάβει την φωτιά αλλ’ αρπάζει κι’ ατός του, και τρέχουν τώρα σαν τρελλοί όλοι, και ο ποιητής και ο ερωτευμένος (και κάνα-δυο ακόμα άσχετοι) να σβύσουνε τον τρελλό κι’ αυτός τους ξεφεύγει ολοένα ουρλιάζοντας, όλ’ αυτά υπό το μαγευτικό χάραμα στην Σαχάρα...


(...)

Γράφει η Μαριάνθη εδώ και κάνα ενάμιση χρόνο την ιστορία του πατέρα της, βασισμένη σε διάφορα γραπτά ακατάστατα που της άφισε κι’ άλλα στοιχεία που έχει συλλέξει. Του χρόνου πιστεύω θα έχει ολοκληρώσει τη δουλειά. Απ’ αυτά που διαβάζω, δεν ξέρω ακόμα αν πρέπει να το χαρακτηρίσουμε περιπέτεια ή ρομάντζο. Ίδωμεν!


*

Αυτός είναι ο μπάρμπα Ζωρζ, ο Ζωρζ λ’ Ετυντιάν όπως τον έχω βαφτίσει. Στο Μπορντώ νομίζω, σπουδαστής, κάμποσα χρονάκια πριν καταταγεί στην Λεγεώνα για λόγους που αναφέρονται στο βιβλίο της Μαριάνθης... Υπομονή!
Μαρκό τον λεν τότες οι φίλοι του στη Γαλλία.



(Για την ιστορία: Στην Λεγεώνα μετονομάζεται σε Μάρκο Μεσσίνι και δεν τον ξέρει πλέον ούτε η μάνα του ούτε ο γέρος του... Η Μαριάνθη φοράει στο λαιμό αντί για σταυρουδάκι αυτό το μεταλλικό ματζαφλάρι των στρατιωτών, για να ξέρουν ποιος είναι ο σκοτωμένος: Μάρκο Μεσσίνι! Άρα, λογικά και την Μαριάνθη την λένε Μεσσίνι!)


*

Εγώ σκιτσάρω ως εξής τον μπάρμπα Ζωρζ:

– Περίπτωση! –

Επί τροχάδην: Πολύ μούτρο, αλλά κι’ ευαίσθητος κάργα, πιοτό, γκόμενες, δουλειές, καζίνα, περιπλανήθηκε στις Ευρώπες και τις Αφρικές, υπηρέτησε στην Λεγεώνα, έκλαιγε με τα τραγούδια της Πιάφ, κάτι κάπου αναφέρει στις άτακτες αναμνήσεις του και για το φιλαράκι του τον Καχτίτση και τις σοφές οδηγίες του περί γκομενών... ωϊμέ! τις οποίες και δεν έλαβε και πολύ ο καλός μας υπ’ όψιν... κι’ είδε το λοιπός τον Χριστό φαντάρο πολλάκις, και πείνασε, κι’ έφαγε, και σκότωσε, και χόρεψε, κι’ αγάπησε, προσπαθώ να μάθω να καταλάβω αν μίσησε κιόλας... Ένας υπέροχος τυχοδιώκτης, ένας άνθρωπος του 20ού αιώνος!


*

Εν τω μεταξύ όλο κι’ ανακαλύπτουμε ντοκουμέντα διάφορα του εν λόγω μυθιστορηματικού ήρωά μας.
Εσχάτως π.χ. βρήκαμε:

Κάρτες:
Άδεια οδήγησης φορτηγού εκδοθείσα εν Ντουάλα, Καμερούν
Πρόσκληση σε δείπνο στα πριβέ σαλόνια του καζίνου του Μόντε Κάρλο
Κάρτα ράφτη υποκαμίσων στην Μασσαλία

Σημείωμα: «Σε δέκα ημέρες αρρεβωνίζομαι», αγνώστου αποστολέως και λεγάμενης

Κι άλλες κάρτες:
Κάρτα μέλους στον ΟΚΑ - Όμιλος Κρασοπατέρων Αττικής.
Κάρτα δωρητή αίματος
Κάρτα δωρητή σπέρματος.

Μπροσούρα: 
Εγχειρίδιο χρήσης του αυτόματου 9mm του ’49.

Δισκάκια γαλλικά 10 ιντσών: 
Πιάφ κλπ.

Φωτογραφίες: κάμποσες.

Έγγραφα: 
Απολυτήριο από την Λεγεώνα, με ημερομηνία 30/1/1963, την μέρα δηλ. που γεννιόμουν εγώ!


*


ΥΓ.
Πολύ λυπάμαι που δεν τον πρόλαβα ζωντανό και πραγματικό κι ως μυθιστορηματικό και μόνον άνθρωπο τον γνωρίζω, γιατί αν τον γνώριζα ως πραγματικό άνθρωπο μπορεί και να τσακωνόμασταν, είμαι βέβαιος γι’ αυτό, αλλά μ αγάπη θα τσακωνόμασταν – γεννήθηκα τη μέρα που απολύθηκε από την Λεγεώνα για να γυρίσει στην πατρίδα κι ανάμεσα στις άλλες σκανταλιές του να κάνει την Μαριάνθη!
Τί λέ ρε φίλε;!





Μούζικα: αντί μνημοσύνου, ένα κομμάτι που του άρεσε πολύ, Η Γαλέρα. Το πιο αγαπημένο τραγούδι πάντως του μπάρμπα Ζωρζ μας ήταν η Αχάριστη, Τσιτσάνης. 





Ιστορίες του μπάρμπα Ζωρζ και αποσπάσματα από το βιβλίο 
στο μπλογκ της Μαριάνθης - ετικέττα: Marco Messini




Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Εγώ, ξανά


ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

( με επτά δάχτυλα )


Ζω –
καπνίζω
διαβάζω.
Σαν αράπης διαβάζω / θεριακλής.
Το βιβλίο είναι το έβδομό μου δάχτυλο
(έκτο μου δάχτυλο είναι βεβαίως το τσιγάρο).







Ο Μπασιάκ, διαβάζοντας Πρεβεδουράκ 
μάλλον, υποθέτουμε 






Τί λέγαμε;


- σελίδες ημερολογίου -



Ανοίγεις μια αποθήκη, παλεύοντας με την υγρασία του σπιτιού, και σκοντάφτεις πάνω σ’ ένα πτώμα εξαίσιο. Συμβαίνουν αυτά!
Στην περίπτωσή μας, δεν ήταν πτώμα αλλά βιβλία, παλιά βιβλία του παππού Ζωρζ, γαλλικές εκδόσεις χρονολογούμενες από 1850 μέχρι 1950, μερικά απ’ αυτά κατεστραμμένα αλλά τα περισσότερα εντάξει: Μπωντλαίρ, όλα του, ακόμα και οι επιστολές στην μανούλα του, Λωτρεαμόν, οι Αθώοι του Φρ. Καρκό, Σαρλ Κρο, Μαλλαρμέ, Ντεσνός, Ντε Σαντ, Νίτσε και Χάμσουν στα γαλλικά φυσικά, Γκαίτε παρομοίως, Οι χίλιες και μια νύχτες, ο Παύλος κι’ η Βιργινία, Ζιντ, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, τέτοια πράγματα...

Χθες ήταν που κάτι έγραφα για τα παλιά βιβλία...* Πού να φανταστώ τότε τί μέρα θα μας ξημέρωνε σήμερα;!

Και γιατί να το φανταστώ; Δεν χρειαζόμαστε την φαντασία εμείς οι τρελλοί! Κάθε μέρα που ζω με την Μαριγούλα είναι και με το συμπάθιο δηλ. συναρπαστική.


26/9/2016      










 







(*) Μου λείπει η «χειρωνακτική» αισθητική των παλιών βιβλίων και περιοδικών ή/και των πόστερ ακόμα. Η παλιά τυπογραφία. Η παλιά γραφιστική. Τα παλιά χαρτιά ακόμα...
       Η τεχνολογία καλό είναι να εξελίσσεται αλλά με λιγότερο γοργό ρυθμό!





Εν τω μεταξύ, στο δωμάτιο των παιδιών:






ΥΓ. Ισχυρίζονται κάποιοι θαυμασταί μας (ιδίως θαυμάστριες) πως την έχομε μεγάλη την φαντασία. Μύτη μεγάλη έχομε, φαντασία δεν έχομε δυστυχώς. Αλλά επί τη ευκαιρία, αν μας διαβάζει ο κύριος Υπουργός των Οικονομικών, Υπουργέ μου μήπως θα μπόραγες να μας δάνειζες 20 ευρώ γιατί υπάρχει πρόβλημα; Θα στα επιστρέψομε αύριο.
Αν τα δεις δηλ. σφύρα μας.
Ξέρεις υποθέτω να σφυρίζεις.


Ευχαριστώ.


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Φολέγανδρος




Τα καλοκαίρια μετακομίζαμε στα νησιά. Ένα σακκίδιο με τ’ απαραίτητα, στον Πειραιά και βλέπουμε. Βρεθήκαμε στη Φολέγανδρο, με τον Μπόλοξ τον κολλητό μου, τον Στράτο («ο Στράτος που έκοβε κάθε τόσο τις φλέβες του...» που αναφέρει ο Τέος στα Τρία Φεγγάρια στην Πλατεία του) κι’ άλλους...
την Έρση,
τον Μαρίνο,
κ.ά.
Ανεβαίνω μια μέρα με τον Μπόλοξ στη Χώρα. Νομίζω κι’ ο Στράτος μαζί, δεν είμαι βέβαιος. Οι άλλοι μείναν πίσω στη κατασκήνωσή μας στο Καραβοστάσι. Σουρουπώνει κι’ είπαμε να γυρίσουμε. Παίρνουμε την κατηφόρα, μα δεν μας βαστάν τα πόδια.
Στα μέσα της διαδρομής ήταν ένα νεκροταφείο – και θάναι ακόμα υποθέτω.
Και δεν τη πέφτουμε εδώ;
Πού να τρέχουμε!
Εντάξει!
Αράζουμε στο νεκροταφείο λοιπόν, πίνουμε το τσιγαράκι μας απολαμβάνοντας τη δύση και κοιμόμαστε έναν ύπνο αλαφρύ κι’ εξαίσιο...
Ξυπνάω το πρωΐ πρώτος απ’ όλους, κι’ όπως ανοίγω τα μάτια βλέπω πλάϊ μου μια νεκροκεφαλή οπού έχει κατρακυλήσει απ’ το πολύ πρόχειρο οστεοφυλάκιο – εκεί είχαμε βρει απάγκιο.
– Καλημέρα! λέω της νεκροκεφαλής
– To be or not to be? μου κάνει η νεκροκεφαλή...

– Ό,τι πεις εσύ μανάρι μου!
(Συ θα ξέρεις καλύτερα απ’ ούλους μας!)






Η ζωγραφιά είναι του Μπιλ του Χάντσμπακ, Φολέγανδρος, λαδοπαστέλ και πλαστελίνες σε χαρτί. Στο πασπαρτού γράφει – μόλις που φαίνεται: «Παντού υπάρχει ένα παράθυρο!»




Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς:


Σημειωτέον, ο Στράτος εκείνες τις μέρες έκοψε πάλι τις φλέβες του, μετά από ’να πρωϊνό βουτιών από ’να βράχο οπού φύσαγε τρελλός αέρας κι’ όλοι λέγαμε θα σκάσει στα βράχια ο δικός μας!
Οι τοπικές αρχές κλπ. του προσφέραν τις πρώτες βοήθειες και τον ξαπόστειλαν στην Πλατεία πίσω με το πρώτο καράβι, και τζάμπα.



 (φωτο: Ο Στρατής, στην Κατάληψη της Καλών Τεχνών, γύρω αρχές δεκ.90...)


*


Αυτό ένα τηλεγράφημα που έστειλα στους γέρους μου τότε, πιθανότατα για να τους ζητήσω κάνα φράγκο αλλά φαίνεται πως το ξέχασα όσο υπαγόρευα και τί μ’ ένοιαζε κιόλας... Πάντως, αν θυμάμαι καλά, στην Σαντορίνη δεν έχω πάει ποτές μου.





*


ΥΓ. Οφείλω να σημειώσω κι’ αυτό:
Στην Φολέγανδρο, τότε, πιθανότατα ακόμα να υπάρχουν αν δεν τα έχουνε μαγαρίσει τίποτε κωλοπαίδια, σ’ όλα τα βράχια βλέπαμε χαραγμένα διάφορα ονόματα κι’ ημερομηνίες 1950-60, προφανώς εξόριστοι... Ένας μάλιστα καλλιτέχνης είχε χαράξει ένα ωραίο πανέμορφο γυμνό, προφανώς της καλής του, ανάμεσα σε δυο σφυροδρέπανα:

"ΒΑΡΒΑΡΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ!"

Ήμασταν ρεμάλια αλλά μπροστά σε κάτι τέτοια σεβασμός, respect.






Μούζικα: George Shearing Trio, To be or not to bop








Και η μοντέρνα ποίηση χορεύεται...




Στον Αντώνη τον Αντωνάκο


Το δωμάτιο οργώνεις πέρα δώθε με το βιβλίο στα χέρια
ή με χωρίς το βιβλίο.
Στην καρέκλα στριφογυρνάς αναστατωμένος.
Τον κρόταφό σου τρυπάς σκεφτικός με τον δείχτη.
Ξύνεσαι σα γατί μερακλωμένο απ’ τη φαγούρα.
Γυρνάς σελίδα και πέφτεις απ’ την καρέκλα χάμω.
Συνεχίζεις το διάβασμα ξαπλωμένος στο πάτωμα.
Έρχεται η κοπελιά και σου παίρνει το βιβλίο απ’ τα χέρια
κάνετε έρωτα
(Η κυλότα της, στη σελ. 13 ωσάν σελιδοδείκτης).

Μπράβο, φίλε αναγνώστη!
Μαθαίνεις γρήγορα βλέπω μάλλον σ’ αρέσουν οι μοντέρνοι ρυθμοί.

































Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Το σπιτάκι μας κ.ά. ποιήματα προϊστορικά



our house...


...is a very very very fine house! )

στο βάζο ένα λουλούδι
στην κατσαρόλα έχει ρεβύθια
σκυλιά, γατιά, παιδιά
λογαριασμοί
– απλήρωτοι βεβαίως –
βινύλια και ποιήματα
και...
λα λα λαλαλα λα λα λα!
κ.τ.λ. κ.τ.λ.








και πουρκουα πα, δηλαδη, μανιτσα μου;


Θα μπορούσε να είναι έτσι:
Να ’χω δουλειά
Αυτό μονάχα
Ν’ αμείβομαι,
το βασικό
Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα
κατάκοπος στο καμαράκι
με το μεροκάματο στην τσέπη
και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου
Η αγκαλιά της να ’ναι η ξεκούρασή μου
ο έρωτάς της η ανάσα μου
Κι’ αύριο
ξανά πάλι μια από τα ίδια
με μικρές παραλλαγές
ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια
ή ένας δίσκος τζαζ...
Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι
Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…

Χιονίζει σήμερα.
Δεν έχω μία.
Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι
Κάνω όνειρα «μικροαστικά»
Κι’ έτσι μου ’ρχεται να κλάψω –
δεν ξέρω αν
      από απελπισία άραγε; ή απ’ την ομορφιά όλης αυτής της απλότητας;



 











trois chants préhistoriques


ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΜΟΥ…

Ακόμα κατοικούσαμε σε τρώγλες.
Γυρνάγαμε ξυπόλητοι.
Τη βγάζαμε με κρεμμύδι
και αφτιά δικαστικού κλητήρος.
Ακόμα πηδάγαμε ωσάν τα ζώα.
Τα βράδυα ξυνόμασταν στο φως μιας λάμπας λίθινης
διαβάζοντας ποιήματα.
Μάλιστα, και μελαγχολούσαμε έτσι για γούστο.

ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΗΛΑΙΟ…

Το δίχως άλλο!
Αυτό είναι ένα σπήλαιο.
Είμεθα άνθρωποι των σπηλαίων.
Η λεγόμενη πρόοδος
είναι μόνο μια νέα εποχή παγετώνων.
Θαν τη βγάλουμε άραγε καθαρή, αγαπούλα μου; ε, τί λες;

Λένε ότι το είδος μας, ο homo batiricus, θα εκλείψει
σύντομα…
Αλλ’ ευτυχώς όχι ακόμα, αγαπούλα μου, ευτυχώς! όχι ακόμα!

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Αφοδεύει η αγαπούλα μου
(το χοντρό της).
Ελόγου μου στην φωτιά
Συλλογιέμαι τον Πόε και τον Σαίξπηρ
Τα υλικά του ονείρου που είμαστε φτιαγμένοι
κι’ όλ’ αυτά
Το κουτσουράκι οπού σφυρίζει καθώς καίγεται
χαρούμενο τον σκοπό ετούτονε.





Τραγουδάκι: Crosby Stills Nash & Young, Our House...