Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Adieu! – ένα κάπως λυπητερό κομμάτι







ADIEU!

Φεύγω.
Δεν παίρνω τίποτα μαζί μου
Ένα-δυο σώβρακα μονάχα, νάχω
ν’ αλλάζω
κάτω στα μαύρα χώματα.
Μια φούχτα μόνο πάτριο ουρανό
μέσ’ στη μικρή βαλίτζα μου
Κι’ ένα-δυο σώβρακα, ν’ αλλάζω…





Μούζικα: Το Πένθιμο Εμβατήριο του Σοπέν.






 Φωτογραφίες: Γκασταρμπάϊτερ διάφοροι στη Γερμανία, Έλληνες, Τούρκοι, Ταλιάνοι...


 
  
 







Όσο ζούμε οι χαρές και τα κλάματα κι οι ενθουσιασμοί και τα πλησιάσματα καλύτερα.
Μετά, όλοι θα παίζουμε μαντολίνο και σκασίλα μας.
( Μπιλ Καμπούρης )


ΥΓ.

Κάνει λίγο κρύο εκεί πέρα, λένε. Δε βαριέσαι...
Θα τη βολέψουμε!
Tα μεροκάματα λεν είναι καλά αυτού. Έχουμε κι΄ ασφάλιση! (Γουστάρω! Διότι εδώ δεν έχουμε...)
Πιστεύω θάβρω κάνα μαντολίνο κιόλας για να σας δείχνω πώς πονώ!








Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΙ’ Ο ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ



( σκέψεις διάφορες )






Ο φιλόλογος αγαπά την ποίηση. Ο ποιητής αγαπάει τη ζωή. Αν ποτέ τα βρουν αυτοί οι δυο να μου τρυπήσετε τη μύτη.

Να το πω και με παράδειγμα: Ο φιλόλογος θαυμάζει αυτό το σημείωμα, ενώ ο ποιητής θαυμάζει την πλάτη (και τον κώλο) της μούσας του έτσι όπως φωτίζεται από το φεγγαρόφωτο της γρίλιας.

Όταν ήσαν παιδιά κι’ έπαιζαν τους κλέφτες κι’ αστυνόμους, δεν χρειάζεται να πω ποιος έπαιζε τους αστυνόμους.

Οι φιλόλογοι – ιδίως αυτοί που ασκούν το επάγγελμα του δασκάλου – πιστεύω ότι θα έπρεπε να έχουν στο πανεπιστήμιο παρακολουθήσει μάθημα ανατομίας... κι’ όσοι πάλι ασκούν το επάγγελμα του κριτικού ποιήσεως, να έχουν σφάξει τουλάχιστον κάνα-δυο κοκόρια, μη πω τίποτε πιο ζόρικο και με παραξηγήσετε, προτού ασχοληθούν με τους ποιητές...
(Να ’χουν έστω πάει για ψάρεμα!)
Έτσι;
Καπίτο;
Κι’ όχι κουνήματα σε τα μας.
(Διότι ούτ’ εμείς τάχα μου αντιλαμβανόμεθα από φιλολογίες…)

Να σφάζεις, να σκοτώνεις, αλλά να σκοτώνεις με αγάπη κάτι που αγαπάς, αλλιώς άσ’ το! Τζίφος!

Κάτι ήθελα να σημειώσω ακόμα αλλά το ξέχασα.




 ποίημα:



ΣΥΡΜΑ!

                                                                                            μνήμη Βασίλη Αυλωνίτη και Γεωργίας Βασιλειάδου

                        Ένας ύποπτος πόλισμαν
                         κόβει βόλτες έξω απ’ το ποίημα
                         με τη σφυρίχτρα του...
                         και με το μαραφέτι του...

                         Κι’ όλο κατά δώθε το μάτι του –

                         Εννοώ:
                         Ο φιλόλογος, ο κριτικός της λογοτεχνίας βεβαίως...



..........................................................................................................................................................






 *


Ο Μπασιάκ, ένας καλτ ποιητής!

Ποιος το είπε αυτό ρε,
ρεμάλια;
Όποιος κι’ αν το ’πε, μπράβο, πολύ μ’ άρεζε.



(Το ανωτέρω αναφέρεται σ’ ένα πολύ επιτυχημένο σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολύ γκαγκάν, ανώτερο από λογής περισπούδαστες φιλολογικές παρουσιάσεις σε σπουδαία λογοτεχνικά περιοδικά κλπ. οπού δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ο ποιητής αν τον βρίζουνε τώρα ή τον τιμούνε…)



↶↷



Τραγουδάκι: Πρωΐαν σε είδον, Γεωργία Βασιλειάδου




Υποσημείωση: Η Γεωργία Βασιλειάδου είναι φτυστή φατσικώς η γιαγιά μου η Θοδώρα ή Ντουντού, εις την οποία οφείλω πολλά. Την αγαπώ!
Ένα ψιλοσχετικό λινκ, για την γιαγιά κ.ά. τινά, ΕΔΩ


*


Βίντεο: Η σκηνή στο σαλούν, από την εκπληκτική τσέχικη ταινία Τζο ο Λεμονάδας του 1964.
Στο 2.16 ένας εξαιρετικός και πειστικός ορισμός για το τί εστί ποίησις.










Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

ΑΓΓΕΛΟΙ, ΜΕΘΥΣΤΑΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΥΤΑΝΕΣ




- 10 ποιήματα -






ROBOT CITY

Τενεκεδένιοι άνθρωποι
Μετά τη δουλειά
Στο τενεκεδένιο ετούτο μπαράκι ανταμώνουν
Για ένα ποτό και κουβεντούλα
Κι’ ένα ακόμα ποτό και τραγουδάκι
Κι’ η τενεκεδένια γκαρσόνα τις κούπες γιομίζει
Ξανά και ξάνα
Κι’ έχει υπέροχα μάτια πράσινα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι μεθάνε για χάρη της
Ξεχνούν τα τενεκεδένια τους βάσανα
Για λίγο γίνονται άλλοι άνθρωποι ανθρώπινοι
Για λίγο, αλίμονο, γιατί σε λίγο σημαίνει μεσάνυχτα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι το διαλάνε...

Πω, πω, χάλια! παραπατάνε
Το δρόμο παίρνοντας για την τενεκεδένια τους κλίνη.



ΑΛΛΟΣ

Ένας άλλος
κοιμάται με την γυναίκα σου τώρα
Ένας άλλος
διαβάζει την εφημερίδα σου
καπνίζει το τσιγαράκι σου πίνει το καφεδάκι σου
Ένας άλλος
φοράει το παλτό σου το καπέλο σου
πηγαίνει στη δουλειά σου
τρώει το φαΐ σου
πληρώνει τους λογαριασμούς σου
ζει τη ζωή σου
Ένας άλλος
σε κυττάζει πίσω απ’ τον καθρέφτη· / και σε φτύνει.



ΠΟΜΠΗ ΚΩΛΕ΄

Μιανού ο κώλος παίζει το τρομπόνι
Μιανού άλλου ο κώλος παίζει την τρουμπέτα
Του χοντρού ο κώλος παίζει την τούμπα
Και παν... αργά...
αργά,
στο ρυθμό της πένθιμης κωλοφανφάρας

Ήταν σπουδαίος κώλος
ο κώλος αυτουνού που είναι μέσ’ στην κάσα.



ΜΙΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΙΡΗ

Πήγε στο σούπερ μάρκετ
Γυναίκα βρήκε
Στο ψυγείο με τα νωπά
Κυριακή την παντρεύτηκε
Στο φούρνο με πατάτες.



ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Πότιζε τα λουλούδια της
και νά, γίνονται χέρια
τα λουλούδια
γίνονται κάτι άντρακλες
ντούροι
νταβραντισμένοι
τα λουλούδια
γραπώνουνε την κυρά
σιμά τους την τραβάνε
τα λουλούδια
την κυρά ξεγυμνώνουν
της κάνουν έρωτα
έρωτα
τα λουλούδια
κι’ εκείνη
ω! εκείνη γίνεται ένα
με τα λουλούδια η κυρά
άνθος της τρισευτυχίας
αχ, η κυρά των λουλουδιών.



Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ

Είν’ ο ανθρωπάκος
που πάει στη δουλειά του
νωρίς το πρωί
με σηκωμένους ως τ’ αφτιά τους γιακάδες
με την ομπρέλα του, αμίλητος
με μια ομίχλη ντιπ λονδρέζικη γύρω του
ίδιος τάλε κουάλε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.

Το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας
γράφει για τ’ αποτρόπαια όνειρα της νύχτας του.



ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

Ξημερώνει... Ώρα να πηγαίνεις.
Σιγά μαζεύεις το μπράτσο σου κάτω απ’ το κεφάλι της.
Ντύνεσαι βιαστικά, χτενίζεσαι, ανάβεις τσιγάρο
Να κοιμάται την αφίνεις
Δεν την αποχαιρετάς
Την πόρτα ωστόσο καθώς κλείνεις κοντοστέκεις
Μια τρυφερή ρίχνεις ματιά πίσω, ίσως κι' αναστενάζεις.

Η Ζωή! Όμορφη που ’ναι, σαν αγαπημένη
                                                                     της μιας νύχτας!

Τη σκάλα τώρα κατεβαίνεις
Και πεθαμένος χάνεσαι στο πλήθος μέσα των πεθαμένων.



ΒΡΟΧΗ ΜΕΤΕΩΡΙΤΩΝ

Κορίτσια πέφτουν
στην ουράνια απόψε γέφυρα ομορφιάς.

Ω! Οι μικρές μου στάρλετ
οι περσίδες που τις λέγαν οι παλιοί
Ωσάν άγγελοι με αποκαλυπτικά μπικίνι
Από λάθος φωτιά φλεγόμενες.

Ονειρεύονται καριέρες… πρίγκιπες…
Οι καϋμένες!
Απόψε λάμπουν μες στα σκότη της καρδιάς μας
Απόψε ζουν το παραμύθι τους.

Στο φινάλε, τί θ’ απομείνει
είναι γνωστό:
λευκή σάρκα ημερολογίου σε ένα ποίημα φαναρτζίδικο.



ΑΝΑΛΗΨΗ

Πηγαίνεις
βιαστικός
ως συνήθως
έγνοιες σε κυνηγούν
σκοτούρες
υποχρεώσεις
οι δαίμονές σου
και ξάφνου
η αναπάντεχη σκάλα μπροστά σου
ούτε που το σκέφτεσαι
πιάνεις κι’ ανεβαίνεις τη σκάλα
κι’ ανεβαίνεις
κι’ ανεβαίνεις
κόσμος μαζεύεται γύρω
(από κάτω)
έκπληκτοι
τα μάτια τους τρίβουν
τη σκάλα κανείς φυσικά δεν την βλέπει
η σκάλα υπάρχει μόνο για σένα
σε περνούν με συγχωρείς για βλαμμένο
κι’ εσύ
τους στέλνεις φιλάκια
δίκην ευλογίας
καθώς χάνεσαι μες στα σύννεφα
και τότες
απ’ το γιακά σε γραπώνει
ο χωροφύλακας
στη μέση του τυλίγεις το χέρι σου
και χορεύετε
και χορεύετε…
και χορεύετε
…βαλς στα σύγνεφα.



ΤΟ ΨΩΝΙΣΤΗΡΙ

Σα πέφτει η νύχτα
η ποίησή μας
Κοκότα
σωστή με τα όλα της
με το απαραίτητο τσιγάρο στα χείλη
με το εξίσου απαραίτητο τσαντάκι στον ώμο
σινάμενη βαμμένη στολισμένη
κόβει βόλτες στο στέκι της
στην πολύ φιλολογική μας οδό Σόλωνος
και τα γύρω στενά…

Ήταν κάποτε μι’ αθώα παιδούλα.
Κι’ εμείς – αγόρια
άβγαλτα μαθές ακόμα, δεν δείχναμε και τόσο "μούτρα".


( Για τους τύπους: )

Η κοινή ανάγνωση πάει 5 ευρώ.
Αν μου θέλετε τίποτε σχόλια φιλολογικά και κολπάκια, 10 ευρώ αλλά πού ’στε, ό,τι γουστάρετε εκτός από φιλί στο στόμα.






  

                                    




ΣΗΜ.: Το "Μπαλκόνι" (ή Eρωτικό μπαλκόνι) πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον. Η "Βροχή Μετεωριτών" στο περιοδικό Οροπέδιο. 
Η "Ανάληψη" στο περιοδικό Φαρφουλάς, με υπότιτλο μάλιστα: Mε τον τρόπο του Σαρλώ.



Βίντεο: Το Frère Jacques, σε διασκευή Γιάννη Σπανού, όπως χρησιμοποιήθηκε και στην ταινία "Καλώς ήρθε το δολλάριο". 
(Δεν βρήκα δυστυχώς διαθέσιμη στο ΥΤ τη σχετική σκηνή, οπού μου αρέσει ο φακός που ζουμάρει στην τρύπια κάλτσα του Ανρύ του καλλιτέχνη...)


                                 




Οι φωτογραφίες είναι βεβαίως του Brassaï 



Τρίτη 2 Απριλίου 2019

BRIAN







Να ξυπνάς ευτυχής, πανευτυχής, τσίτσιδος, τσίτσιδη κι’ η κοπελιά στη φτερούγα σου, να τεντώνεσαι, να χασμουριέσαι μ’ απόλαυση, να σηκώνεσαι ξεβράκωτος έτσι και ν’ ανοίγεις το παραθύρι να μπει ήλιος, αχ! τί ωραία πούναι να μπαίνει στο δωμάτιο ο ηλιαράκος, κι’ απόξω...
Ωϊμέ!
Απόξω να σε υποδέχεται ένα πλήθος ολάκερο: – Νάτος, νάτος ξύπνησε ο μέγας ποιητής!
Ο εκλεκτός!
Θεός!
Ε, χωρίς παρεξήγηση, λίγο ντρέπεσαι κιόλας κυττάς να κρυφτείς.


*

Αμήν λέγω υμίν, καθότι πλησιάζει και Πάσχα και μ’ έχει πιάσει το θρησκευτικό μου, τούτη εστί η παραβολή μου για τις κατά λάθος «βεντέτες» της μπουφούς – εμού πρωτίστως συμπεριλαμβανομένου.

(* Σημ.: μπουφού, είναι βεβαίως το φουμπού στα ποδανά…)


Εμείς οι βεντέτες, όχι μόνον οι ποιηταί μα κι’ οι άλλοι, πιο πολλοί, περισσότεροι είμεθα ακόμη κι’ απ’ τους μεσσίες ή ψευδομεσσίες, προφήτες και θαυματοποιούς στην Ιουδαία και τις άλλες επαρχίες της πάλαι ποτέ κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την οποία τόσο εύστοχα παρουσιάζουν οι Monty Pythons στην περίφημη ταινία τους «Η ζωή του Μπράϊαν» (ελλην. τίτλος: Ένας προφήτης μα τί προφήτης») και η οποία αυτοκρατορία βεβαίως δεν υπήρχε περίπτωση να μη μείνει για πάντα και μην ακούω σαχλαμάρες αριστεριστικές...

– ή μήπως ιδέα μου είν’ αυτή;! –



ΥΓ.1 Αναρωτιέμαι, όχι πως μ’ ενδιαφέρει τούτ' τη στιγμή, υπήρχε άραγε Ρουβίκωνας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία;


ΥΓ.2 Μεταξύ μας: αν δεν «κρυβόμουν» θα έτρωγα ξεγυρισμένες «αναφορές» και αποκλεισμούς. Άλλη όρεξη δεν είχα, ξέρετε…



Λονδρέζοι χριστιανοί διαδηλώνουν εναντίον της ταινίας των Monty Pythons.(Υπάρχουν, τουτέστιν παναπεί, μαλάκες σωρό και στην Αγγλία, κι ας μην κουνιόμαστε εμείς οι Έλληνες πως είμαστε καλύτεροι τάχα από τους αλλουνούς...)






Βιβλιοκριτική

Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Όταν ήμουνα παιδί διάβαζα την Καινή Διαθήκη, τα τέσσερα Ευαγγέλια εννοώ, με βοηθούσε σε δύσκολες στιγμές, ψυχοθεραπεία ήταν. Το βράδυ κοιμόμουνα μαζί της. Μετά από λίγα χρόνια όμως, όταν άρχιζα να τον παίζω, για να μην την λερώσω δεν την έπαιρνα αγκαλιά. Συνέχιζα να την διαβάζω όμως και σαν ψυχοθεραπεία αλλά και σαν συνάντηση των δύο μαθημάτων που με άρεσαν: Ιστορία και Αρχαία Ελληνικά.
Βέβαια, δεν είναι ούτε Αρχαία Ελληνικά ούτε Ιστορία. Δεν άργησα να το αντιληφθώ. Σε βοηθάει να μάθεις Αρχαία Ελληνικά, πριν πιάσεις τον Ξενοφώντα, τον Λουκιανό ή τον Αρριανό, είναι μια καλή εισαγωγή. Και τότε άρχισε το δράμα μου: εάν δεν είναι Ιστορία, τι είναι;
Διάβασα πολλά, συνέκρινα και τώρα μπορώ, μετά από πολλές δεκαετίες, να δώσω μια απάντηση.
Τώρα που την ξαναδιαβάζω, χαμογελώ, καμιά φορά γελώ κιόλας. Γελώ όπως γελώ όταν διαβάζω τον Δον Κιχότη. Λέω λοιπόν ότι τα Ευαγγέλια είναι έπος, παρωδία έπους, όπως ο "Δον Κιχότης" , το οποίο θεωρείται από πολλούς το πρώτο μυθιστόρημα. Εάν είναι παρωδία, θα είναι ή χαμηλό μπουρλέσκ (όταν ένας ήρωας υψηλής κοινωνικής τάξης μιλάει σαν λαχαναγορίτης ή μπράβος της νύχτας) ή υψηλό μπουρλέσκ (όταν ένας μαραγκός ή ψαράς μιλάει σαν Θεός λόγου χάριν ή σαν γιος Θεού) - είναι λοιπόν υψηλό μπουρλέσκ, όπως και ο "Δον Κιχότης".
Παρωδία έπους είναι και το πικαρέσκο μυθιστόρημα, ας πούμε ο "Τομ Τζόουνς" του Φίλντιγκ. Το είδος αυτό του μυθιστορήματος αφηγείται χαλαρά τη ζωή ενός τυχοδιώκτη και ο Χριστός ήταν τυχοδιώκτης - τα Ευαγγέλια είναι ένα είδος πικαρέσκο μυθιστορήματος. Ξεκίνησε ως μαραγκός, ως παραγωγός μέσων θανάτωσης (σταυρούς) και τους πουλούσε στους Ρωμαίους (το παραδέχτηκε και ο ίδιος: σταυρόν έδωσες, σταυρόν θα λάβεις) αλλά βαρέθηκε, μπορεί και να το μετάνιωσε και πήρε τους δρόμους.
Εννοείται ότι ως τυχοδιώκτης θα πέθανε εκατό χρονών, λέγεται μάλιστα κάπου στην Ινδία δείχνουν τον τάφο του.

Αθανάσιος Δρατζίδης