Φωτογραφίες: Γκασταρμπάϊτερ διάφοροι στη Γερμανία, Έλληνες, Τούρκοι, Ταλιάνοι...
Όσο ζούμε οι χαρές και τα κλάματα κι οι ενθουσιασμοί και τα πλησιάσματα καλύτερα. Μετά, όλοι θα παίζουμε μαντολίνο και σκασίλα μας.
( Μπιλ Καμπούρης )
ΥΓ.
Κάνει λίγο κρύο εκεί πέρα, λένε. Δε βαριέσαι... Θα τη βολέψουμε! Tα μεροκάματα λεν είναι καλά αυτού. Έχουμε κι΄ ασφάλιση! (Γουστάρω! Διότι εδώ δεν έχουμε...)
Πιστεύω θάβρω κάνα μαντολίνο κιόλας για να σας δείχνω πώς πονώ!
Ο φιλόλογος αγαπά
την ποίηση. Ο ποιητής αγαπάει τη ζωή. Αν ποτέ τα βρουν αυτοί οι δυο να μου
τρυπήσετε τη μύτη.
Να το πω και με
παράδειγμα: Ο φιλόλογος θαυμάζει αυτό το σημείωμα, ενώ ο ποιητής θαυμάζει την
πλάτη (και τον κώλο) της μούσας του έτσι όπως φωτίζεται από το φεγγαρόφωτο της
γρίλιας.
Όταν ήσαν παιδιά
κι’ έπαιζαν τους κλέφτες κι’ αστυνόμους, δεν χρειάζεται να πω ποιος έπαιζε τους
αστυνόμους.
Οι φιλόλογοι –
ιδίως αυτοί που ασκούν το επάγγελμα του δασκάλου – πιστεύω ότι θα έπρεπε να
έχουν στο πανεπιστήμιο παρακολουθήσει μάθημα ανατομίας... κι’ όσοι πάλι ασκούν
το επάγγελμα του κριτικού ποιήσεως, να έχουν σφάξει τουλάχιστον κάνα-δυο
κοκόρια, μη πω τίποτε πιο ζόρικο και με παραξηγήσετε, προτού ασχοληθούν με τους
ποιητές...
(Να ’χουν έστω πάει
για ψάρεμα!)
Έτσι;
Καπίτο;
Κι’ όχι κουνήματα
σε τα μας.
(Διότι ούτ’ εμείς
τάχα μου αντιλαμβανόμεθα από φιλολογίες…)
Να σφάζεις, να
σκοτώνεις, αλλά να σκοτώνεις με αγάπη κάτι που αγαπάς, αλλιώς άσ’ το! Τζίφος!
Κάτι ήθελα να σημειώσω ακόμα αλλά το ξέχασα.
ποίημα:
ΣΥΡΜΑ!
μνήμη
Βασίλη Αυλωνίτη και Γεωργίας Βασιλειάδου
Ένας ύποπτος
πόλισμαν
κόβει βόλτες έξω
απ’ το ποίημα
με τη σφυρίχτρα
του...
και με το
μαραφέτι του...
Κι’ όλο κατά δώθε
το μάτι του –
Εννοώ:
Ο φιλόλογος, ο
κριτικός της λογοτεχνίας βεβαίως...
(Το ανωτέρω
αναφέρεται σ’ ένα πολύ επιτυχημένο σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολύ
γκαγκάν, ανώτερο από λογής περισπούδαστες φιλολογικές παρουσιάσεις σε σπουδαία
λογοτεχνικά περιοδικά κλπ. οπού δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ο ποιητής αν τον
βρίζουνε τώρα ή τον τιμούνε…)
↶↷
Τραγουδάκι: Πρωΐαν σε είδον, Γεωργία Βασιλειάδου
Υποσημείωση: Η Γεωργία Βασιλειάδου είναι φτυστή φατσικώς η γιαγιά μου η Θοδώρα ή Ντουντού, εις την οποία οφείλω πολλά. Την αγαπώ!
Ένα ψιλοσχετικό λινκ, για την γιαγιά κ.ά. τινά, ΕΔΩ
*
Βίντεο: Η σκηνή στο σαλούν, από την εκπληκτική τσέχικη ταινία Τζο ο Λεμονάδας του 1964.
Στο 2.16 ένας εξαιρετικός και πειστικός ορισμός για το τί εστί ποίησις.
Να ξυπνάς ευτυχής, πανευτυχής, τσίτσιδος, τσίτσιδη κι’ η
κοπελιά στη φτερούγα σου, να τεντώνεσαι, να χασμουριέσαι μ’ απόλαυση, να
σηκώνεσαι ξεβράκωτος έτσι και ν’ ανοίγεις το παραθύρι να μπει ήλιος, αχ! τί
ωραία πούναι να μπαίνει στο δωμάτιο ο ηλιαράκος, κι’ απόξω...
Ωϊμέ!
Απόξω να σε υποδέχεται ένα πλήθος ολάκερο: – Νάτος, νάτος
ξύπνησε ο μέγας ποιητής!
Ο εκλεκτός!
Θεός!
Ε, χωρίς παρεξήγηση, λίγο ντρέπεσαι κιόλας κυττάς να
κρυφτείς.
*
Αμήν λέγω υμίν, καθότι πλησιάζει και Πάσχα και μ’ έχει
πιάσει το θρησκευτικό μου, τούτη εστί η παραβολή μου για τις κατά λάθος «βεντέτες»
της μπουφούς – εμού πρωτίστως συμπεριλαμβανομένου.
(* Σημ.: μπουφού, είναι βεβαίως το φουμπού στα ποδανά…)
Εμείς οι βεντέτες, όχι μόνον οι ποιηταί μα κι’ οι άλλοι,
πιο πολλοί, περισσότεροι είμεθα ακόμη κι’ απ’ τους μεσσίες ή ψευδομεσσίες,
προφήτες και θαυματοποιούς στην Ιουδαία και τις άλλες επαρχίες της πάλαι ποτέ κραταιάς
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την οποία τόσο εύστοχα παρουσιάζουν οι MontyPythons στην περίφημη ταινία τους «Η ζωή του
Μπράϊαν» (ελλην. τίτλος: Ένας προφήτης μα τί προφήτης») και η οποία αυτοκρατορία
βεβαίως δεν υπήρχε περίπτωση να μη μείνει για πάντα και μην ακούω σαχλαμάρες
αριστεριστικές...
– ή μήπως ιδέα μου είν’ αυτή;! –
ΥΓ.1 Αναρωτιέμαι, όχι
πως μ’ ενδιαφέρει τούτ' τη στιγμή, υπήρχε άραγε Ρουβίκωνας στην Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία;
ΥΓ.2 Μεταξύ μας: αν
δεν «κρυβόμουν» θα έτρωγα ξεγυρισμένες «αναφορές» και αποκλεισμούς. Άλλη όρεξη
δεν είχα, ξέρετε…
Λονδρέζοι χριστιανοί διαδηλώνουν εναντίον της ταινίας των Monty Pythons.(Υπάρχουν, τουτέστιν παναπεί, μαλάκες σωρό και στην Αγγλία, κι ας μην κουνιόμαστε εμείς οι Έλληνες πως είμαστε καλύτεροι τάχα από τους αλλουνούς...)
Βιβλιοκριτική
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Όταν ήμουνα παιδί
διάβαζα την Καινή Διαθήκη, τα τέσσερα Ευαγγέλια εννοώ, με βοηθούσε σε δύσκολες
στιγμές, ψυχοθεραπεία ήταν. Το βράδυ κοιμόμουνα μαζί της. Μετά από λίγα χρόνια
όμως, όταν άρχιζα να τον παίζω, για να μην την λερώσω δεν την έπαιρνα αγκαλιά.
Συνέχιζα να την διαβάζω όμως και σαν ψυχοθεραπεία αλλά και σαν συνάντηση των
δύο μαθημάτων που με άρεσαν: Ιστορία και Αρχαία Ελληνικά.
Βέβαια, δεν είναι
ούτε Αρχαία Ελληνικά ούτε Ιστορία. Δεν άργησα να το αντιληφθώ. Σε βοηθάει να
μάθεις Αρχαία Ελληνικά, πριν πιάσεις τον Ξενοφώντα, τον Λουκιανό ή τον Αρριανό,
είναι μια καλή εισαγωγή. Και τότε άρχισε το δράμα μου: εάν δεν είναι Ιστορία,
τι είναι;
Διάβασα πολλά,
συνέκρινα και τώρα μπορώ, μετά από πολλές δεκαετίες, να δώσω μια απάντηση.
Τώρα που την
ξαναδιαβάζω, χαμογελώ, καμιά φορά γελώ κιόλας. Γελώ όπως γελώ όταν διαβάζω τον
Δον Κιχότη. Λέω λοιπόν ότι τα Ευαγγέλια είναι έπος, παρωδία έπους, όπως ο
"Δον Κιχότης" , το οποίο θεωρείται από πολλούς το πρώτο μυθιστόρημα.
Εάν είναι παρωδία, θα είναι ή χαμηλό μπουρλέσκ (όταν ένας ήρωας υψηλής
κοινωνικής τάξης μιλάει σαν λαχαναγορίτης ή μπράβος της νύχτας) ή υψηλό
μπουρλέσκ (όταν ένας μαραγκός ή ψαράς μιλάει σαν Θεός λόγου χάριν ή σαν γιος
Θεού) - είναι λοιπόν υψηλό μπουρλέσκ, όπως και ο "Δον Κιχότης".
Παρωδία έπους είναι
και το πικαρέσκο μυθιστόρημα, ας πούμε ο "Τομ Τζόουνς" του Φίλντιγκ.
Το είδος αυτό του μυθιστορήματος αφηγείται χαλαρά τη ζωή ενός τυχοδιώκτη και ο
Χριστός ήταν τυχοδιώκτης - τα Ευαγγέλια είναι ένα είδος πικαρέσκο
μυθιστορήματος. Ξεκίνησε ως μαραγκός, ως παραγωγός μέσων θανάτωσης (σταυρούς)
και τους πουλούσε στους Ρωμαίους (το παραδέχτηκε και ο ίδιος: σταυρόν έδωσες,
σταυρόν θα λάβεις) αλλά βαρέθηκε, μπορεί και να το μετάνιωσε και πήρε τους
δρόμους.
Εννοείται ότι ως
τυχοδιώκτης θα πέθανε εκατό χρονών, λέγεται μάλιστα κάπου στην Ινδία δείχνουν
τον τάφο του.