Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η Αυλή των Θαυμάτων


- μία άγρια ιστορία -

Θα αναφέρω τα βασικά σημεία:
Σε κείνο το βρωμοχοτέλ της πλατείας Βάθης, ας το πούμε Χοτέλ Πατρίς (αλλιώς λεγόταν, αλλά τώρα έχει ανακαινιστεί κι’ υποδέχεται καλούς πελάτες, ας μην το εκθέσουμε) τραβιόμουν κάποιο φεγγάρι, γύρω στα 1995 ή ’96.
Οι ένοικοι ήσαν όλοι ένας κι’ ένας: πρεζάκηδες, πουτάνες και νταβατζήδες, κουμάσια διάφορα, και βέβαια ο απαραίτητος ποιητής, καλό κουμάσι κι’ ελόγου του. Τρέχα γύρευε τί μπορεί να γύρευα εκειπέρα.
Στο άθλιο αυτό σκηνικό, εννοείται, μπαινόβγαιναν κι’ οι πελάτες των κοριτσιών – κάτι κύριοι πολύ καθωσπρέπει και ματσωμένοι κάποιοι, απορούσα πώς δεν πάνε με κοκότες πολυτελείας και τραβιούνται μ’ αυτές τις δύσμοιρες, αλλά κι’ άλλοι, διάφοροι, άνθρωποι της αγοράς και κάτι ανθρωπάκια καλοκάγαθα, τα κορίτσια συχνά κουτσομπόλευαν τις ανατομικές δυσμορφίες και τα βίτσια τους...
(Δεν έχω όρεξη να αναπτύξω περαιτέρω αυτή την παράγραφο).
Οι πάντες εδώ τρυπιόντουσαν. Τα νταλαβέρια, ωστόσο, έξω από το βρωμοχοτέλ παρακαλώ.
(Αυτό θα το αναπτύξω άλλην ώρα αλλού κι’ αν…)
Ο μόνος καθαρός ήταν ο παπα-Τζού, Τζού εκ του Τζούφιος, πρώην ψευτο-καλόγερος στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος κέρδαγε τα προς το ζην πουλώντας τίμιο ξύλο στα κορόϊδα. Αυθεντικό 100% τίμιο ξύλο, τον βόηθαγα ν’ ανανεώσει την πραμάτεια του οπότε και σας εγγυώμαι για την αυθεντικότητα.
Γύρναγε στο δωμάτιό του, άναβε το τσιγαριλίκι του κι’ αέριζε τ’ αχαμνά του ακούγοντάς με να του απαγγέλλω Σαχτούρη, Μακρή, Καρούζο...
– Πλάκα έχετε σεις οι ποιητές! μου έλεγε ο παπα-Τζού.
Και τα «κορίτσια» μ’ αγαπούσαν, όμως, κι’ ας μη πήγαινα μαζί τους. Ή ίσως γι’ αυτό ακριβώς. Άμα έφευγε ο πελάτης ερχόντουσαν και μου τρίβαν το πεντοχίλιαρό του στ’ αρχίδια μου, και καλά, για ν’ αυγατίσει. Επειδής ήμουν καλός άνθρωπος!
– Και μορφωμένος, να προσθέσω!
Μια μέρα ήρθαν οι κάμερες, δεν θυμάμαι από ποιο κανάλι· γράψανε την τραγική ιστορία ενός ζεύγους ενοίκων και του μωρού τους. Την επομένη κιόλας της προβολής άρχισαν να καταφθάνουν στο βρωμοχοτέλ ρουχαλάκια κι’ άλλα σέα μωρουδιακά, τρόφιμα, έπιπλα, φυσικά και λεφτά, εννοείται, τα οποία φαντασία έχετε και θα φαντάζεστε – όλα γινήκαν πρέζα.
Ψιλοκοροϊδία, από μία άποψη, αλλά οφείλω να πω πως για μια βδομάδα τα κορίτσια δεν δεχόντουσαν πλέον πελάτες.
Είχαν «γίνει» και μπορούσαν να το παίζουν κυρίες.
Αντί να μου τρίβουν πεντοχίλιαρα, με κερνάγανε σάντουιτς και ούζο, να πιω, μιας και δεν καταδεχόμουν τις παραμύθες.
Τώρα, τί γύρευα εγώ σε αυτό το μπουρδέλο, ειλικρινά, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι είχα ξεκόψει από φιλολογικούς κύκλους...
«Ένα μικρό μπουρδέλο: τούτο δω. / Κι’ ένα μεγάλο μπουρδέλο: ο κόσμος...» – έγραφα, σ’ ένα πακέτο σαντέ.
Βαρέθηκα γρήγορα και πήρα των ομματιών μου. Η ζωή στο βρωμοχοτέλ ήταν όλη μια άθλια ρουτίνα. Συνεχώς, συζητήσεις για το χρήμα. Αηδία! Κι’ επίσης, οι νταβατζήδες τα είχαν καλά και πολλά ψου-ψου-ψου με τους μπάτσους της πλ. Ομονοίας. Αηδία εις το τετράγωνον!
Η λεγόμενη «νύχτα» είναι απλώς ο σκουπιδοτενεκές της μέρας.
Μόνο τον παπα-Τζούφιο θυμάμαι με αγάπη κι’ αναρωτιέμαι τί να κάνει – ζει, πέθανε, βρίσκει ακόμη τίμιο ξύλο, κοροϊδάκια βρίσκει;






















Μερικά στιχάκια, ψευτοαποκηρυγμένα αλλά που κολλάν εδώ πέρα:

Είμαι ποιητής.
Τέτοιος γεννήθηκα μαθές.
Δεν σας αρέσω; Δεν σας γεμίζω το μάτι;
Τα παράπονά σας στην μάνα μου
που δεν θυμάται με ποιον μ' έχει κάνει.
Λέγεται
ότι βαστάω απευθείας απ' τον Ρεμπώ και τον Βιγιόν.
Υπάρχουν ορισμένες αμφιβολίες.
Από την άλλη, πάλι, καπνός χωρίς φωτιά...

Είμαι ποιητής
και ζω σ' ένα κόσμο πολύ μπουρδέλο·
σ' ένα κόσμο ίδιον που λένε τάλε-κουάλε η Αυλή των Θαυμάτων.








Οι φωτογραφίες: 
Απάνω, Πόρνη στο Καρτιέ Ιταλί, γνωστή κι ως "η χοντρή πόρνη" του Brassaï.
Κάτω, Ξενοδοχείον Πατρίς, λεπτομέρεια από το πρωτοσέλιδο του πρώτου φύλλου της εφημερίδας Ο Κόκκορας (που λαλεί στο σκοτάδι) του μακαρίτη Μιχάλη Πρωτοψάλτη ή Κόκκορα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου